Από την Υστερία στην Οριακότητα: Πώς η Ψυχιατρική Διάγνωση Στιγματίζει τις Γυναίκες
Γράφει η Κίρα Καρνέζη
Επ' ευκαιρίας της Παγκόσμιας Ημέρας Ψυχικής Υγείας -10 Οκτωβρίου
Η ιστορία της ψυχιατρικής είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κοινωνικές συνθήκες κάθε εποχής, κουβαλώντας συχνά τις έμφυλες προκαταλήψεις που κυριαρχούν σε αυτές. Οι προκαταλήψεις αυτές έχουν επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και διαγιγνώσκουμε τις ψυχικές διαταραχές, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Σήμερα, στην Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, είναι κρίσιμο να εξετάσουμε πώς αυτές οι προκαταλήψεις συνεχίζουν να επηρεάζουν τη σύγχρονη ψυχιατρική πρακτική και πώς μπορούμε να κινηθούμε προς μια πιο δίκαιη και ευαισθητοποιημένη κατανόηση της ψυχικής υγείας.
Από την «Υστερία» στις Σύγχρονες Διαγνώσεις: Μια Ιστορία Έμφυλης Καταπίεσης
Η διάγνωση της «υστερίας» αποτελεί το πιο εμβληματικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ιατρική έχει ιστορικά παθολογικοποιήσει τις γυναίκες. Από την «πλανώμενη μήτρα» των αρχαίων Ελλήνων μέχρι τις νευρώσεις της Βικτωριανής εποχής, η υστερία χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων: από συναισθηματική αστάθεια και άγχος μέχρι συμπεριφορές που αψηφούσαν τα κοινωνικά πρότυπα. Ουσιαστικά, κάθε γυναίκα που δεν συμμορφωνόταν, κινδύνευε να χαρακτηριστεί «υστερική». Η διάγνωση αυτή δεν αντικατόπτριζε τόσο μια αντικειμενική κλινική κατάσταση, όσο λειτουργούσε ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου, μετατρέποντας τις απόλυτα κατανοητές αντιδράσεις των γυναικών σε καταπιεστικές συνθήκες σε ατομική παθολογία.
Η επίσημη διαγνωστική κατηγορία της υστερίας έχει, ευτυχώς, καταργηθεί. Ωστόσο, οι έμφυλες προκαταλήψεις δεν εξαφανίζονται - απλώς μετασχηματίζονται. Αυτό μας οδηγεί σε έναν κρίσιμο προβληματισμό για τις σύγχρονες διαγνωστικές κατηγορίες. Μία από αυτές που βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης είναι η Οριακή ή Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας (Borderline Personality Disorder, BPD).
Το 75% των Διαγνώσεων: Τι Αποκαλύπτει η Ανισορροπία
Σύμφωνα με τα περισσότερα επίσημα διαγνωστικά εγχειρίδια, περίπου το 75% των ατόμων που λαμβάνουν διάγνωση Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας είναι γυναίκες. Αυτή η εντυπωσιακή ανισορροπία απαιτεί κριτική εξέταση. Σε τι βαθμό αντανακλά την πραγματική επιδημιολογία της διαταραχής και σε τι βαθμό αντανακλά βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις, τόσο στην κοινωνία όσο και στην ίδια τη διαγνωστική διαδικασία;
Οι ερευνητές επισημαίνουν ένα σύμπλεγμα παραγόντων: από τη μία, η έμφυλη κοινωνικοποίηση μπορεί να καθιστά τις γυναίκες πιο ευάλωτες στην ανάπτυξη δυσκολιών στη συναισθηματική ρύθμιση. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος της διαγνωστικής προκατάληψης, όπου άνδρες με παρόμοια συμπτωματολογία (π.χ. παρορμητικότητα, θυμός) είναι πιο πιθανό να διαγνωστούν με Αντικοινωνική ή Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας. Παράλληλα, οι γυναίκες στατιστικά αναζητούν συχνότερα ψυχολογική βοήθεια, με αποτέλεσμα να υπερεκπροσωπούνται στα κλινικά δείγματα.
Είναι σημαντικό να εξετάσουμε πώς τα έμφυλα κοινωνικά πρότυπα μπορεί να συμβάλλουν στην ανάπτυξη και τη διάγνωση αυτής της διαταραχής. Σε πολλές κοινωνίες, τα χαρακτηριστικά με την αυξημένη πιθανότητα να γίνει κάποιος στόχος παθολογικών συμπεριφορών, όπως η συνεργατικότητα, η προσήνεια και η ενσυναίσθηση, ενθαρρύνονται και εκτιμώνται περισσότερο στις γυναίκες. Αντίθετα, χαρακτηριστικά με την αυξημένη πιθανότητα να γίνει κάποιος κακοποιητής, όπως η επιθετικότητα, η επιβολή και η έλλειψη ενσυναίσθησης, μπορεί να γίνονται περισσότερο ανεκτά ή ακόμα και να ενθαρρύνονται στους άνδρες.
Αυτή η έμφυλη κοινωνικοποίηση μπορεί να δημιουργήσει μια δυναμική όπου οι γυναίκες έχουν αυξημένη πιθανότητα να γίνουν στόχος παθολογικών συμπεριφορών και να αναπτύξουν σύνθετη μετατραυματική διαταραχή (C-PTSD), ενώ οι καταπιεστικές τάσεις των ανδρών μπορεί να μην αμφισβητούνται ή να μη διορθώνονται. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ασταθείς και καταχρηστικές σχέσεις, όπου οι γυναίκες αγωνίζονται με συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της Οριακής Διαταραχής.
Παθολογικοποίηση των Κατανοητών Αντιδράσεων
Η Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από έντονη συναισθηματική απορρύθμιση, ασταθείς σχέσεις, φόβο εγκατάλειψης και παρορμητικότητα. Χωρίς να αμφισβητείται η οδυνηρή πραγματικότητα αυτών των συμπτωμάτων, είναι κρίσιμο να εξετάσουμε μια εναλλακτική οπτική: μήπως, σε πολλές περιπτώσεις, αυτό που διαγιγνώσκουμε ως «οριακά» συμπτώματα είναι στην πραγματικότητα κατανοητές, αν και επώδυνες, προσαρμογές σε μη φυσιολογικές, καταπιεστικές ή τραυματικές συνθήκες;
Η συναισθηματική αστάθεια μπορεί να ειδωθεί ως μια λογική απόκριση στη χρόνια έλλειψη ελέγχου και αυτονομίας.
Ο φόβος της εγκατάλειψης μπορεί να πηγάζει από πραγματικές εμπειρίες προδοσίας ή αστάθειας σε μια κοινωνία που συχνά ενθαρρύνει την εξάρτηση των γυναικών.
Ο έντονος θυμός ή η παρορμητικότητα μπορεί να αποτελούν μηχανισμούς επιβίωσης ή απεγνωσμένες προσπάθειες διεκδίκησης ελέγχου σε ένα περιβάλλον χρόνιας κακοποίησης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η διάγνωση κινδυνεύει να εστιάσει αποκλειστικά στο άτομο, αγνοώντας το τραυματικό πλαίσιο που γέννησε τον πόνο του.
Συνεξάρτηση: Ένα Ακόμα Παράδειγμα Παθολογικοποίησης
Παράλληλα με την BPD, η έννοια της «συνεξάρτησης» αποτελεί ένα ακόμα πεδίο όπου η ψυχολογική ορολογία κινδυνεύει να παθολογικοποιήσει τις αντιδράσεις των γυναικών στο τραύμα. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει γυναίκες που επιδεικνύουν ένα μοτίβο υπερβολικής φροντίδας και αυτοθυσίας στις σχέσεις τους.
Η κριτική, ωστόσο, εστιάζεται στο εξής: τι συμβαίνει όταν προϋπάρχουσες τάσεις για ενσυναίσθηση, φροντίδα και σύνδεση -χαρακτηριστικά που η κοινωνία συχνά ενθαρρύνει στις γυναίκες- εισέρχονται σε ένα καταχρηστικό πλαίσιο; Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι φυσιολογικές αυτές τάσεις γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον θύτη και το αποτέλεσμα παθολογικοποιείται εκ των υστέρων ως «συνεξάρτηση» του θύματος.
Εδώ, μια πιο ακριβής και τραυματοκεντρική έννοια είναι αυτή του «τραυματικού δεσμού» (trauma bond). Ο τραυματικός δεσμός δεν πηγάζει από μια εγγενή ανάγκη του θύματος να «σώσει» τον άλλον, όπως υποστηρίζει η θεωρία της συνεξάρτησης. Αντιθέτως, είναι μια πανίσχυρη συναισθηματική προσκόλληση που αναπτύσσεται ως στρατηγική επιβίωσης μέσα στην κακοποίηση. Βασίζεται σε έναν κύκλο έντασης και ανταμοιβής, φόβου και ελπίδας, που δημιουργεί μια βαθιά εξάρτηση από τον θύτη.
Η διάκριση είναι ζωτικής σημασίας. Η εσφαλμένη απόδοση της ετικέτας της «συνεξάρτησης» σε μια συνθήκη τραυματικού δεσμού δεν είναι μια αθώα διαγνωστική σύγχυση. Είναι μια πράξη που μετατοπίζει την εστίαση -και συχνά την ευθύνη- από τις πράξεις του θύτη στον «προβληματικό» χαρακτήρα του θύματος, ρωτώντας ουσιαστικά "γιατί το επιτρέπει;" αντί για "ποιος της το προκαλεί;"
Η Σύνθετη Μετατραυματική Διαταραχή: Μια Εναλλακτική Κατανόηση
Εδώ έρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για τη Σύνθετη Μετατραυματική Διαταραχή (C-PTSD). Η C-PTSD προκύπτει από παρατεταμένη έκθεση σε τραύμα (όπως χρόνια συναισθηματική κακοποίηση, παραμέληση ή ενδοοικογενειακή βία) και μοιράζεται πολλά κοινά συμπτώματα με την BPD: δυσκολίες στη ρύθμιση συναισθημάτων, αίσθημα κενού, προβλήματα στις σχέσεις.
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η C-PTSD ορίζεται ξεκάθαρα ως μια διαταραχή που πηγάζει από το τραύμα. Αντίθετα, η BPD, σύμφωνα με το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο, θεωρείται ότι προκύπτει από την αλληλεπίδραση μιας βιολογικής προδιάθεσης με ένα ακυρωτικό περιβάλλον. Ένα σημείο διαφοροποίησης αφορά την πορεία και την πρόγνωση. Η C-PTSD μπορεί να επιλυθεί μέσω της επεξεργασίας του τραύματος, οδηγώντας δυνητικά σε πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Για την BPD, ενώ παλαιότερα θεωρούνταν χρόνια, σύγχρονες θεραπείες όπως η DBT έχουν αποδείξει ότι ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων μπορεί να επιτύχει ύφεση (remission), δηλαδή να μη πληροί πλέον τα διαγνωστικά κριτήρια.
Μια ανώνυμη μαρτυρία φωτίζει αυτή τη διαφορά: «Ως νεαρή γυναίκα, είχα δυσκολία στη ρύθμιση των συναισθημάτων μου και βίωνα περιστασιακά αυτοκτονικές σκέψεις. Αρχικά, υπήρχε η υποψία BPD. Ωστόσο, μέσα από τη θεραπεία, άρχισα να συνδέω τα συμπτώματά μου με τραυματικές εμπειρίες. Καθώς επεξεργαζόμουν αυτές τις εμπειρίες με τραυματοκεντρικές προσεγγίσεις, η συναισθηματική μου αστάθεια υποχώρησε. Ανέπτυξα μια σταθερή αίσθηση ταυτότητας και οι αυτοκτονικές σκέψεις σταμάτησαν. Αυτή η πορεία υποδηλώνει ότι η ρίζα του προβλήματος ήταν η C-PTSD».
Περιπτώσεις σαν αυτή υπογραμμίζουν την τεράστια σημασία μιας προσεκτικής αξιολόγησης που δίνει προτεραιότητα στο ιστορικό τραύματος.
Εναλλακτικές Προσεγγίσεις: Από την Παθολογοποίηση στη Θεραπεία Τραύματος
Η μετατόπιση από την ατομική παθολογικοποίηση των γυναικών προς μια τραυματοκεντρική προσέγγιση που αναγνωρίζει τις πραγματικές εμπειρίες ατομικής και συλλογικής κακοποίησης και καταπίεσης, είνα επιτακτική. Αυτό δεν σημαίνει την απόρριψη των διαγνώσεων, αλλά την εφαρμογή τους με σοφία και ευαισθησία στο πλαίσιο της ζωής του κάθε ατόμου.
Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (DBT): Αν και αναπτύχθηκε για την Οριακή Διαταραχή, η εστίασή της στην εκμάθηση δεξιοτήτων για τη συναισθηματική ρύθμιση και την ανοχή στη δυσφορία την καθιστά εξαιρετικά αποτελεσματική και για το σύνθετο τραύμα. Αποτελεί συχνά το πρώτο, απαραίτητο βήμα σταθεροποίησης, χτίζοντας την ασφάλεια που χρειάζεται το άτομο πριν προχωρήσει στη βαθύτερη επεξεργασία των τραυματικών εμπειριών. Αυτή η κοινή θεραπευτική αφετηρία είναι, μάλιστα, ένας από τους λόγους που οι δύο διαγνώσεις συχνά συγχέονται.
EMDR (Eye Movement Desensitization and Reprocessing): Μια θεραπεία που χρησιμοποιεί αμφίπλευρη εγκεφαλική διέγερση για την επεξεργασία τραυματικών αναμνήσεων. Μία από τις επικρατέστερες θεωρίες για τον μηχανισμό του είναι ότι μιμείται την επεξεργασία που κάνει ο εγκέφαλος στη φάση REM του ύπνου.
Σωματική Βιωματική Προσέγγιση (Somatic Experiencing): Εστιάζει στην απελευθέρωση της «παγιδευμένης» στο νευρικό σύστημα ενέργειας του τραύματος, βοηθώντας στην αυτορρύθμιση και την επανασύνδεση με το σώμα.
Εσωτερικά Οικογενειακά Συστήματα (Internal Family Systems/IFS): Μια προσέγγιση που θεωρεί τον νου ως ένα σύστημα από διαφορετικά «μέρη». Η θεραπεία βοηθά στην κατανόηση και εναρμόνιση αυτών των μερών υπό την καθοδήγηση του υγιούς «Εαυτού».
Συμπέρασμα: Προς μια Πιο Δίκαιη Ψυχιατρική
Η διαδρομή από την «υστερία» στην «οριακότητα» μας διδάσκει ότι οι έμφυλες προκαταλήψεις δεν έχουν εξαλειφθεί -απλώς έχουν εξελιχθεί. Μια ισορροπημένη προσέγγιση οφείλει να κάνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να αναγνωρίζει την BPD ως μια υπαρκτή και επώδυνη κλινική κατάσταση που απαιτεί εξειδικευμένη παρέμβαση, αλλά και να παραμένει σε εγρήγορση για τον κίνδυνο της υπερ-διάγνωσης και της παθολογικοποίησης των αντιδράσεων στο τραύμα, ειδικά στις γυναίκες.
Χρειαζόμαστε μια ψυχιατρική που δεν βιάζεται να βάλει ταμπέλες, αλλά διερευνά σε βάθος το κοινωνικό και τραυματικό πλαίσιο. Χρειαζόμαστε θεραπευτικές προσεγγίσεις που ενδυναμώνουν το άτομο και θεραπεύουν το τραύμα. Και, πάνω απ' όλα, χρειαζόμαστε μια κοινωνία που προωθεί την ισότητα και αμφισβητεί ενεργά τις δομές που συντηρούν την κακοποίηση και την καταπίεση.
Μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα των φύλων θα περιλάμβανε την προώθηση υγιών χαρακτηριστικών και συμπεριφορών για όλα τα φύλα, την αμφισβήτηση των κανόνων που ενθαρρύνουν τη θυματοποίηση και την αντιμετώπιση των συστημικών ανισοτήτων που συμβάλλουν στην κακοποίηση και την καταπίεση των γυναικών.
Στην Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, ας δεσμευτούμε να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση -για μια ψυχιατρική που θεραπεύει αντί να στιγματίζει, που κατανοεί αντί να κρίνει, και που αναγνωρίζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάθε ατόμου.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το τραύμα, την επίδραση των παθολογικών σχέσεων και τις τραυματοκεντρικές προσεγγίσεις θεραπείας, ανατρέξτε στο βιβλίο Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους