Ποιος φοβάται το DARVO; Ή γιατί αυτοί που μιλούν για τραύμα γίνονται οι πρώτοι στόχοι

 

Από την ψυχοεκπαίδευση στον ακτιβισμό: Γιατί πρώτα χρειαζόμαστε την ψυχολογία και μετά την κοινωνιολογία





Στιγμιότυπο από δημόσιο βίντεο της Θέκλας Πετρίδου σχετικά με τη γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης και τον ναρκισσισμό


1. Το έναυσμα: Πώς ένα «beef» έγινε δομική ανάλυση

Δεν σκόπευα να γράψω γι' αυτό. Παρακολουθούσα από απόσταση ό,τι εξελισσόταν online. Ήξερα τα βασικά, αλλά ήξερα επίσης πόσο εύκολα μια τέτοια εμπλοκή μπορεί να ενεργοποιήσει τα δικά σου τραύματα — ή να σε μετατρέψει σε νέο στόχο για ανθρώπους που αναζητούν μια επόμενη επιφάνεια να χτυπήσουν.

Με αφορά όμως το πώς μια δημόσια σύγκρουση αποκαλύπτει τα βαθύτερα ψυχικά τραύματα της κοινωνίας μας και τους μηχανισμούς με τους οποίους το σύστημα φιμώνει όσους τολμούν να μιλήσουν.

Και η πρόσφατη συζήτηση μου με τη Θέκλα Πετρίδου με έκανε να δω ότι πίσω από το διαδικτυακό «θέαμα» κρύβεται κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ένα μάθημα για το πώς η βαθιά γνώση ψυχολογίας γίνεται αναπόφευκτα κοινωνικός ακτιβισμός.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων: Η ανάλυση που ακολουθεί δεν αποτελεί κλινική διάγνωση προσώπων πίσω από μια οθόνη —κάτι τέτοιο θα ήταν αντιεπιστημονικό και επιπόλαιο— ούτε πηγάζει από κάποια διάθεση εμπλοκής σε «προσωπικές αντιπαραθέσεις». Αποτελεί μια αυστηρά θεωρητική αποτίμηση συμπεριφορικών μοτίβων (patterns) με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία. Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση της Θέκλας Πετρίδου σε βίντεό της δείτε το εδώ στο 1:43:33 λεπτό, το οποίο παρακολούθησαν χιλιάδες θεατές, δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου, αλλά η αφορμή. Είναι η ζωντανή, εμπειρική επιβεβαίωση μιας συστημικής παθογένειας που αξίζει να αναλυθεί.

Η κεντρική θέση που θα υποστηρίξω είναι αυτή: για να κάνουμε ουσιαστικό κοινωνικό ακτιβισμό, πρέπει πρώτα να έχουμε κατανοήσει — και εν μέρει θεραπεύσει — το δικό μας ατομικό τραύμα. Αν αντιστρέψουμε τη σειρά, ο ακτιβισμός μετατρέπεται σε όχημα ασυνείδητης εκδίκησης και υποστήριξης ανθρώπων με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά. Και τότε δεν υπηρετεί κανέναν — ούτε τον «σκοπό», ούτε τα πραγματικά θύματα, ούτε τελικά τον εαυτό μας.


2. Η ψηφιακή αρένα: Ανωνυμία και ο «κοινοτικός» ναρκισσισμός

Το διαδίκτυο προσφέρει κάτι που ο πραγματικός κόσμος δεν επιτρέπει τόσο εύκολα: την αόρατη παρουσία. Πίσω από ένα προφίλ χωρίς πρόσωπο, μπορεί να κρυφτεί οποιοσδήποτε — και αυτό είναι ιδιαίτερα ελκυστικό για συγκεκριμένες προσωπικότητες.

Υπάρχει ένας τύπος που συνήθως αναφέρεται ως «κοινοτικός ναρκισσιστής»: κάποιος που κάνει «καλό» δημόσια, αλλά όχι γιατί τον ενδιαφέρει πραγματικά η αδικία. Τον ενδιαφέρει η εικόνα που χτίζει γύρω από το «καλό». Η δημόσια υπεράσπιση των αδύνατων, η αντιπαράθεση με τον «κακό», το να είναι ο «ήρωας της ημέρας» — όλα αυτά είναι η ναρκισσιστική του τροφοδοσία με μια ανωνυμία που του επιτρέπει να μη ρισκάρει ούτε την εικόνα του ούτε τίποτα άλλο.

Αυτός ο τύπος δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. Μιλά με τη σωστή ορολογία, χρησιμοποιεί τα σωστά hashtags, εμφανίζεται στο σωστό «στρατόπεδο». Αλλά αν κοιτάξεις από κοντά, θα παρατηρήσεις ότι η κατεύθυνση της επίθεσής του δεν ακολουθεί τη λογική της δικαιοσύνης — ακολουθεί τη λογική της μεγαλύτερης βλάβης στον στόχο.

Και όταν ο στόχος κερδίζει στα επιχειρήματα ουσίας, τότε η ανωνυμία και η ατιμωρησία επιτρέπουν την επίθεση στον χαρακτήρα (επίθεση ad hominem).


3. Reality check: Γιατί η Θέκλα Πετρίδου δεν είναι ναρκισσίστρια

Μία από τις πιο επικίνδυνες διαστρεβλώσεις στον δημόσιο διάλογο είναι η εξομοίωση: το να φέρνεις στο ίδιο επίπεδο τον θύτη και το θύμα επειδή «και οι δύο φωνάζουν». Αυτό είναι, ακριβώς, ψευδοϊσορροπία.


Πρώτο κριτήριο: η ευαλωτότητα. Οι ναρκισσιστές δεν τσαλακώνονται. Δεν παραδέχονται τραύμα με τρόπο που τους μειώνει μπροστά στους άλλους — γιατί αυτό απειλεί το μεγαλειώδες τους image. Η Θέκλα εκτίθεται και τσαλακώνεται. Αυτό, μόνο αυτό, αρκεί ως ένδειξη ότι δεν λειτουργεί ναρκισσιστικά.


Δεύτερο κριτήριο: η συμπεριφορά των πραγματικών θυμάτων. Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί βαθύ ναρκισσιστικό τραύμα συνήθως φοβούνται. Κρύβονται. Δεν οργανώνουν συντονισμένες ψηφιακές εκστρατείες, δεν επιτίθενται, δεν χτίζουν «κόμματα» κατά κάποιου. Αναζητούν απαντήσεις για να επιβιώσουν, όχι κοινό για να θριαμβεύσουν.

Επομένως, το προφίλ αυτών που επιτίθενται στη Θέκλα — και στις γυναίκες σαν αυτήν — δεν μοιάζει με προφίλ θυμάτων του υποτιθέμενου ναρκισσισμού της. 


Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια σαφή διάκριση: Στην πραγματική ζωή ένα πραγματικό θύμα μπορεί να αντιδράσει σπασμωδικά, οργισμένα ή ακόμη και επιθετικά. Αυτό είναι μια άμυνα επιβίωσης, όχι ναρκισσισμός.

Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε ένα αντιδραστικό θύμα και σε έναν θύτη (ή στους βοηθούς του) έγκειται στη δομή της συμπεριφοράς. Δεν μιλάμε για κλινικές διαγνώσεις προσώπων πίσω από μια οθόνη —κάτι τέτοιο ανήκει αποκλειστικά στους ειδικούς ψυχικής υγείας σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Μιλάμε για την ανάλυση ορατών, συμπεριφορικών μοτίβων (patterns).

Και εδώ εισέρχονται δύο καθοριστικά κριτήρια που ξεμπροστιάζουν την ψευδοϊσορροπία:

Πρώτον, η αναζήτηση του αρχικού επιτιθέμενου (primary aggressor): Ποιος άνοιξε τον κύκλο της εχθρότητας; Ποιος ένιωσε την ανάγκη να εισβάλει στον ζωτικό ή επαγγελματικό χώρο του άλλου για να τον μειώσει;

Δεύτερον, η φύση των ερεθισμάτων (triggers): Όταν το πραγματικό θύμα αντιδρά —ακόμη και σπασμωδικά— το κάνει επειδή ενεργοποιούνται triggers που απειλούν την ασφάλειά του, την αξιοπρέπειά του ή την αλήθεια των γεγονότων που βίωσε. Αντίθετα, ο ναρκισσιστής θύτης (ή οι βοηθοί του) "πυροδοτείται" αποκλειστικά από οτιδήποτε απειλεί την αίσθηση αυτοσημαντικότητάς του (narcissistic injury) και το δικαίωμά του να ελέγχει το αφήγημα.

Και αυτό που παρατηρούμε στην ψηφιακή αρένα δεν είναι η σπασμωδική κραυγή ενός πληγωμένου ανθρώπου, αλλά μια οργανωμένη, μεθοδική και κακόβουλη εκστρατεία εξόντωσης χαρακτήρα. Αυτό το μοτίβο δεν πηγάζει από τραύμα· πηγάζει από τη στρατηγική του DARVO που θα δούμε παρακάτω.


Τρίτο κριτήριο: η συμπεριφορά των ανθρώπων που προστατεύουν τα θύματα . Το προφίλ αυτών που επιτίθενται στη Θέκλα δεν μοιάζει ούτε με το προφίλ των μαχητών ενάντια στον ναρκισσισμό. Οι μαχητές ενάντια στον ναρκισσισμό είναι άνθρωποι που δεν έχουν στοχοποιηθεί και στηρίζουν τα θύματα. Το προφίλ τους περιλαμβάνει αυτο-αποτελεσματικότητα και συναισθηματική σταθερότητα κάτι που δεν συνάδει με κακοήθεια όπως επιθέσεις για την εμφάνιση. Ξέρουν ότι για να νικήσουν τον ναρκισσιστή θα πρέπει πρέπει να κάνουν αυτό που η νομικός Rebecca Zung, αποκαλεί «ηθική χειραγώγηση του χειραγωγού», η οποία βασίζεται στα νομικά και επικοινωνιακά όρια και όχι στη λασπολογία.


Το προφίλ αυτών των ανθρώπων μοιάζει με θύτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τους γνωστούς στη βιβλιογραφία ως flying monkeys: άτομα που αναλαμβάνουν εθελοντικά να συντηρούν και να επεκτείνουν την επίθεση εκ μέρους κάποιου άλλου, ξεπερνώντας κάθε ηθικό και νόμιμο όριο κριτικής.

Με την ψυχοεκπαίδευση μπορούμε να μην γίνουμε flying monkeys άθελά μας.



Διάγραμμα ροής του μηχανισμού DARVO στα ελληνικά: Άρνηση, Επίθεση, Αντιστροφή Θύματος και Θύτη

4. Η γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης: Από την εργαλειοποίηση στον εκδημοκρατισμό — και το DARVO

Στη συζήτηση που κάναμε η Θέκλα μου είπε ανοιχτά κάτι που πολλοί δεν τολμούν να παραδεχτούν: ότι αποφεύγει πλέον να χρησιμοποιεί τον όρο «ναρκισσιστής» ως χαρακτηρισμό για τους άλλους. Κι αυτό, επειδή το έχουν κάνει και στην ίδια. Η ίδια η λέξη που υποτίθεται ότι περιγράφει τον θύτη χρησιμοποιήθηκε ως όπλο εναντίον της.

Αυτό δεν είναι τυχαίο. Έχει όνομα.

DARVO: Deny, Attack, and Reverse Victim and Offender — Άρνηση, Επίθεση και Αντιστροφή Θύματος και Θύτη. Είναι ένας μηχανισμός που έχει μελετηθεί εκτενώς στην ψυχολογία του τραύματος και εξηγεί τι κάνει ένα τοξικό σύστημα ή ένα τοξικό άτομο όταν στριμωχτεί: δεν απολογείται. Αρνείται κατηγορηματικά («δεν έγινε τίποτα»), επιτίθεται στον καταγγέλλοντα («εσύ είσαι το πρόβλημα») και, τέλος, αντιστρέφει τους ρόλους, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της «άδικης επίθεσης» που δέχεται.

Η Θέκλα μίλησε. Το σύστημα απάντησε: «Εσύ είσαι η τοξική». 

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η συγγραφέας Ρένα Λούνα που έγραψε για τον σεξισμό του Καραγάτση. Το σύστημα της απάντησε: «Εσύ είσαι η επιθετική». Αυτό δεν είναι αντίλογος, δεν είναι διάλογος, δεν είναι κριτική. Είναι η κλασική, σχολική εφαρμογή του DARVO σε δημόσια θέα — με τη γλώσσα της ψυχολογίας να χρησιμοποιείται ως πολεμικό εργαλείο ακριβώς ενάντια σε αυτούς που ήθελε να βοηθήσει.

Και αυτός είναι ο πιο ύπουλος μηχανισμός: δεν καταστρέφει μόνο την αξιοπιστία του θύματος. Καταστρέφει και τον ίδιο τον όρο. Κάνει τα πραγματικά θύματα να φοβούνται να τον χρησιμοποιήσουν, μήπως και αυτά κατηγορηθούν ότι κάνουν το ίδιο. Έτσι η σιωπή εδραιώνεται.

Όταν ακόμη και άνθρωποι με βαθιά γνώση και προσωπική εμπειρία από τη διαδικτυακή τοξικότητα φτάνουν στο σημείο να αμφισβητούν ή να περιορίζουν τη χρήση λέξεων όπως «τοξικός» και «ναρκισσιστής», όπως η Ρένα Λούνα σε παλαιότερα κείμενά της σε κλειστή κοινότητα, αντιλαμβανόμαστε την πλήρη επιτυχία του DARVO. Το σύστημα δεν καταφέρνει μόνο να φιμώσει το θύμα· καταφέρνει να «μολύνει» την ίδια τη γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης. Αναγκάζει τους ανθρώπους που έχουν υποστεί κακοποίηση να αυτολογοκρίνονται και να φοβούνται να ονομάσουν το βίωμα τους, μήπως και κατηγορηθούν οι ίδιοι για την τοξικότητα που κατήγγειλαν. Έτσι, η σιωπή εδραιώνεται, όχι επειδή λείπουν οι λέξεις, αλλά επειδή οι λέξεις έχουν μετατραπεί σε όπλα αντιστροφής της αλήθειας.

Έχουν φυσικά δίκιο όσοι λένε ότι η αλόγιστη χρήση όρων όπως «τοξικός» ή «ναρκισσιστής» από μη-ψυχοεκπαιδευμένους ανθρώπους είναι πράγματι πρόβλημα. Αλλά η λύση δεν είναι να απαγορευτούν οι όροι. Η λύση είναι να τους κατανοήσουμε σωστά — ώστε το κοινό να αναγνωρίζει αμέσως το DARVO όταν το βλέπει, και να μη χειραγωγείται με την αντιστροφή της αλήθειας.

Ο ναρκισσισμός χρειάζεται να συζητείται με την ίδια άνεση και αντικειμενικότητα που συζητάμε για τη ΔΕΠΥ ή τον Αυτισμό — όχι ως βρισιά, όχι ως εργαλείο ακύρωσης, αλλά ως κλινική και συμπεριφορική πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει εκδημοκρατισμός: η ψυχολογική εκπαίδευση δεν πρέπει να παραμείνει προνόμιο κάποιων. Πρέπει να γίνει κτήμα του δημόσιου διαλόγου.

*Εδώ δεν χρησιμοποιούμε τα πραδείγματα για να κρίνουμε τις προσωπικές αποφάσεις, αλλά για δούμε πώς η ίδια η γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης μετατρέπεται από δικαίωση θυμάτων σε εργαλείο αντιστροφής της αλήθειας.


5. Μορφή vs ουσία: Ο σεξισμός ως ασπίδα του status quo

Υπάρχει πάντα μια διαφορά ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται να είναι ο στόχος της επίθεσης και σε αυτό που πραγματικά είναι ο στόχος.

Όταν μια γυναίκα που μιλά δημόσια δέχεται σχόλια για την εμφάνισή της, για την ηλικία της, για τον τόνο της φωνής της — αυτό δεν είναι κριτική. Είναι αποπροσανατολισμός. Τα εργαλεία της ψηφιακής παρενόχλησης — η χλεύη, ο σεξισμός, η επίθεση στα εξωτερικά χαρακτηριστικά και στον τρόπο ζωής — είναι φθηνά και αποτελεσματικά. Δεν χρειάζονται επιχείρημα. Στοχεύουν στο να μετατοπίσουν την ατζέντα από το «τι λες» στο «ποια είσαι». 

Μπορεί ο σεξισμός να είναι το όχημα, αλλά το πραγματικό «έγκλημα» της Θέκλας — και κάθε γυναίκας που σπάει τη σιωπή της — δεν είναι ότι μίλησε δημόσια ως γυναίκα. Πολλές γυναίκες μιλάνε δημόσια και στηρίζουν το σύστημα χωρίς αντίποινα. Το πρόβλημα είναι όταν οι γυναίκες πειράζουν κατεστημένες δομές εξουσίας. 

Οι πραγματικά τοξικοί άνθρωποι και οι άνθρωποι με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά έχουν έμφυτη αντίληψη των σχέσεων εξουσίας και αντιλαμβάνονται ακόμα και την απλή παράθεση γεγονότων (π.χ. ότι ένα άτομο επιδικνύει συμπεριφορές που το κατατάσσουν κάτω από μία διαταραχή προσωπικότητας, ή ότι ένα έργο του περασμένου αιώνα αποτύπωνε μια σεξιστική οπτική) ως απειλή στο δικό τους κύρος.

Απειλή στο status quo για αυτούς σημαίνει ότι θα επιτεθούν στη φόρμα: θα προσπαθήσουν να κόψουν την έκθεση, ν’ ακυρώσουν το πρόσωπο, ώστε ο κόσμος να μην ασχοληθεί με την ουσία. 

Οι τοξικοί άνθρωποι γνωρίζουν πολλοί καλά ότι ο κόσμος συμπαθεί ή αντιπαθεί τα θύματα με βάση τις κοινωνικές προκαταλήψεις («τι φορούσε», «τι άλλα ελαττώμματα χαρακτήρα είχε») και πιστεύουν ότι σίγουρα θα βρουν κάτι για να στρέψουν τα φώτα της κοινής γνώμης πάνω σε κάτι άσχετο αλλά συνήθως κατακριτέο για το θύμα —  και μακριά από τη δική τους συμπεριφορά και την αλήθεια των λόγων του θύματος. 

Αυτόν τον μηχανισμό τον γνωρίζουμε. Τον έχουμε δει σε δράση ξανά και ξανά. Και παρ' όλα αυτά, κάθε φορά λειτουργεί — ακριβώς γιατί οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε εκπαιδευτεί να το αναγνωρίζουμε ως τακτική αντί για ως αλήθεια.


Το εξώφυλλο του βιβλίου Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο του Άρθουρ Σοπενχάουερ
Οι στρατηγικές χειραγώγησης έχουν βαθιές ρίζες στον χρόνο

Φωτογραφία της σελίδας 135 από το βιβλίο του Σοπενχάουερ που αναλύει την ad hominem επίθεση και την προσβολή της προσωπικότητας
Σελίδα 135: Όταν και το τελευταίο επιχείρημα χάνεται, η επίθεση μετατοπίζεται στο πρόσωπο (ad hominem).
Ο ορισμός του ναρκισσιστικού status quo με ορολογία δύο αιώνων πίσω.





6. Συμπέρασμα: Πρώτα η ψυχική εκπαίδευση, μετά οι μάχες

Αυτό που κάνει η Θέκλα Πετρίδου με τις επιστολές για θεσμική ρύθμιση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα είναι το ακριβές παράδειγμα για το οποίο μιλάω. Είναι η στιγμή που το προσωπικό παράπονο μετατρέπεται σε θεσμική θωράκιση. Είναι η μετάβαση από «πάσχω» σε «αλλάζω τους κανόνες για να μην πάσχει ο επόμενος».

Αλλά αυτή η μετάβαση δεν γίνεται από μόνη της. Χρειάζεται πρώτα να ξέρεις τι σου συνέβη. Να το έχεις ονομάσει. Να μην ενεργείς από το ανεπεξέργαστο τραύμα, αλλά από την κατανόησή του. Η κοινωνική δράση χωρίς αυτή την προηγούμενη ψυχική εκπαίδευση είναι τυφλή — και συχνά επικίνδυνη. Γίνεται η ίδια μηχανισμός πόνου, αλλά με την ετικέτα «για καλό σκοπό» πάνω της.

Το «αν δεν ξέρουμε καλύτερα, να μη μιλάμε» δεν είναι πρόσκληση σε σιωπή. Είναι πρόσκληση σε μελέτη.

Κι εγώ που μιλάω σήμερα, το κάνω επειδή κάποιες γυναίκες πριν από εμένα τόλμησαν να σπάσουν τους κανόνες — και να ανοίξουν τον δρόμο.



Η Αθόρυβη Διαδρομή: Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας

 

Επτά προσωπικά της βιβλία της Κίρας Καρνέζη, αναδεικνύοντας τη συγγραφική της πορεία.



Ήθελα να βγάλω μια φωτογραφία με τα βιβλία που έχω γράψει. Τα έβαλα δίπλα-δίπλα και ξαφνικά συνειδητοποίησα τους αριθμούς: επτά δικά μου βιβλία (παραδοσιακές εκδόσεις, αυτοεκδόσεις, στα ελληνικά, στα αγγλικά), ενώ τα κείμενά μου σε συλλογές γεμίζουν ήδη ένα ολόκληρο ράφι. (Για την ιστορία, είναι χαοτικό να τα μετρήσω, αλλά από το 2024 έχω βγάλει στον κόσμο —με τη μία ή την άλλη μορφή— έξι από αυτά!)

Κοιτάζοντάς τα, αυτό που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση είναι το πόσο πρόσφατα άρχισα να λέω δυνατά «είμαι συγγραφέας» και «είμαι ποιήτρια».

Δεν ξέρω τι έφταιγε για αυτή την καθυστέρηση. Ίσως το ότι η συγγραφή ήταν πάντα, για εμένα, μια απολύτως αθόρυβη δραστηριότητα. Δεν χρειάζεται να κλείσεις ραντεβού και να πεις «πάω να γράψω με την ομάδα μου», όπως κάνεις με το μπάσκετ. Δεν κάνει φασαρία όπως ένα μουσικό όργανο. Δεν αφήνει χάος πίσω της όπως η ζωγραφική.

Η συγγραφή ήταν απλώς... ο τρόπος μου. Χωρούσε παντού: παλιά στο λεωφορείο, τώρα στη βόλτα του σκύλου γράφοντας στο κινητό, τα βράδια όταν όλοι είχαν πάει για ύπνο. Γι' αυτό ίσως δεν το ανέφερα καν στις παρέες, εκτός αν ο άλλος ήταν επίσης συγγραφέας. Δεν ήταν μυστικό, δεν ήταν κρυφό, απλώς δεν ένιωθα ότι απαντούσε σε κάποια ερώτηση. Η γραφή δεν ήταν ποτέ «χόμπι» ή κάτι που έκανα «όταν έβρισκα χρόνο». Ήταν —και είναι— ο χρόνος μου, η ώρα μου, ο τρόπος που λειτουργώ.

Για χρόνια ζούσα με ένα παράξενο οξύμωρο. Κάποιοι με έβλεπαν να κάνω "ένα εκατομμύριο πράγματα" —γιόγκα, φωνητική, γυμναστική— και αναρωτιόντουσαν πού βρίσκω χρόνο. Αυτό που δεν έβλεπαν είναι ότι δεν είχα ποτέ άγχος για όλες αυτές τις δραστηριότητες, γιατί κατά βάθος όλες λειτουργούσαν υποστηρικτικά για τη γραφή μου. Αν είχα ποτέ άγχος, ήταν μόνο όταν κάτι δεν έφερνε συγγραφικό αποτέλεσμα.

Eίχα μια μεγάλη άνεση να λέω στους άλλους: «Κάνω πολλά, είμαι πάντα απασχολημένη, αλλά έχω χρόνο και για εσάς στη ζωή μου». Το μυστικό, όμως, που δεν τους έλεγα φωναχτά —και παρέμενε μυστήριο για εκείνους— ήταν η συνέχεια της πρότασης: «...έχω χρόνο για εσάς, αρκεί να υποστηρίζετε τη συγγραφή μου».

Στην πραγματικότητα, υπήρξαν φορές που απομακρύνθηκα από ανθρώπους επειδή "δεν είχα χρόνο", ακριβώς επειδή δεν σέβονταν με συνέπεια τον χρόνο μου (ακυρώνοντας ή αναβάλλοντας για παράδειγμα ραντεβού πιθανόν με την ιδέα ότι έτσι κι αλλιώς δεν έκανα τίποτα) ή γιατί με τη στάση τους χαλούσαν την ψυχολογία που χρειαζόμουν για να μπορώ να γράψω.

Ως συγγραφέας ζούσα και ζω με ένα παράδοξο. Ναι, έχω πάντα χρόνο και ναι, είμαι πάντα απασχολημένη. Η αλήθεια είναι ότι το να κάθομαι σιωπηλή σε μια καρέκλα σήμαινε (και σημαίνει) ότι είμαι τρομερά απασχολημένη. Δεν βαριέμαι ποτέ, αρκεί αυτή η στιγμή να συνδέεται με κάτι που μπορώ να γράψω.

Τα επτά προσωπικά της Κίρας Καρνέζη βιβλία και δέκα συμμετοχές σε ανθολογίες, αναδεικνύοντας τη συγγραφική της πορεία.



Κάποια στιγμή, αποφάσισα να αρχίσω να τα λέω όλα αυτά δημόσια. Να δημοσιεύω. Το έκανα γιατί τα όσα έγραφα ένιωθα πια πως δεν αφορούσαν μόνο εμένα. Ήθελα περισσότερους και καλύτερους τρόπους να γράφω, και αυτό συμβαίνει μόνο μέσα από την επικοινωνία.

Κοιτάζοντας αυτή τη στοίβα με τα βιβλία, θέλω να πω ένα ειλικρινές ευχαριστώ σε όσους με στήριξαν σε αυτό το (συχνά ασυνείδητο) ταξίδι.



Τα βιβλία γεμίζουν ένα ράφι


Τους αναγνώστες. Σε αυτή τη λέξη περιλαμβάνονται όλοι όσοι με βοήθησαν γιατί είδαν κάτι που είχε αξία να μοιραστεί. Και κάθε φορά που παίρνω ένα μήνυμα, ή μια ειδοποίηση ότι κάποιος με κάποιο τρόπο διάβασε κάτι, αισθάνομαι τεράστια ευγνωμοσύνη.

Καφές με τα βιβλία της Κίρας Καρνέζη







Ο Θυμός στο Τιμόνι: Το «Σύνδρομο του Αδικημένου» και η Συλλογική Ψυχοσύνθεση

 Μια νύχτα στο Λονδίνο, πριν από λίγους μήνες, παραλίγο να προκαλέσω ατύχημα.

Όχι γιατί πήγα εγώ να τρακάρω κάποιον. Γιατί κανείς δεν με άφηνε να αλλάξω λωρίδα.

Πλησίαζα ένα roundabout — αυτά τα κυκλικά σημεία κυκλοφορίας που οι Άγγλοι θεωρούν αδιαπραγμάτευτο κομμάτι της οδικής τους ταυτότητας. Ήθελα να μπω στην αριστερή λωρίδα. Έβγαλα φλας. Κοίταξα. Υπήρχε χώρος, αλλά κανείς δεν με άφηνε. Ο οδηγός πίσω μου κρατούσε σταθερά την απόσταση, ο διπλανός έμενε ακλόνητος στη θέση του. Δεν ήταν κακία. Ήταν κάτι πολύ πιο βαθύ: ήταν η τήρηση της ουράς (queuing). Αν ήθελα να αλλάξω ουρά θα έπρεπε να το κάνω χωρίς να αλλάξω τη θέση κανενός — κάτι που σημαίνει ότι στην Αγγλία όταν οδηγάς πρέπει να ξέρεις τον δρόμο από πριν.

Ένα τυπικό βρετανικό mini-roundabout σε αστικό δρόμο με διαγραμμίσεις.

Επέστρεψα στην Αθήνα λίγες εβδομάδες αργότερα. Άλλαξα λωρίδα και ένας άγνωστος οδηγός μου έκανε νόημα: «Πέρνα, κοπέλα μου.» Δεν το είπε επειδή ακολούθησε κάποιον κανόνα. Το είπε επειδή εκείνη τη στιγμή αξιολόγησε την κατάσταση, αποφάσισε ότι ήταν λογικό να περάσω εγώ και έπραξε αναλόγως. Ένιωσα μια παράξενη ζεστασιά. Την ονόμασα «η αλληλεγγύη του μπουλουκιού».


Λίγο αργότερα, ακούγαμε τη σειρήνα ενός ασθενοφόρου. Κανείς δεν κινήθηκε...


Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου και την πλήρη ψυχολογική ανάλυση για τη σχέση μας με την εξουσία και τον «επιτελεστικό θυμό» στο shetalks.gr:

Το Σύνδρομο του Αδικημένου και η Συλλογική Ψυχοσύνθεση

Human vs The Algorithm

 

Δοκίμιο · Ψηφιακή ζωή · Ταυτότητα


Σημειώσεις μιας δημιουργού που δεν χωράει σε standard-sized κουτί


Πώς μια viral στιγμή με δίδαξε ότι η σιωπή του αλγορίθμου μπορεί να είναι η υψηλότερη μορφή αναγνώρισης της ανθρώπινης φύσης — και γιατί το να μην μπαίνεις σε μόνιμες κατηγορίες μπορεί να είναι ένας έντιμος τρόπος ύπαρξης online.


Μια γυναίκα στέκεται ανάμεσα σε ένα δίχτυ από ψηφιακά κουτιά, αντιπροσωπεύοντας την προσπάθεια του αλγορίθμου να την κατηγοριοποιήσει.


Κίρα Καρνέζη Συγγραφέας · Ποιήτρια · Ερευνήτρια ψυχικής υγείας · Project delivery professional  · Αρθρογράφος σε ελληνικά and in English



Ένα πρωί ξύπνησα και ο αλγόριθμος είχε αποφασίσει ότι ήμουν ενδιαφέρουσα. To reel μου για το Persepolis της Marjane Satrapi — οι γραμμές της, η επανάστασή της, το μελάνι της — είχε φτάσει σε 25.000 λογαριασμούς. Έχω ~200 φίλους στα social media σύνολο. Τα notifications έφταναν συνεχώς, σαν κύματα από likes και shares ανθρώπων από χώρες που δεν έχω επισκεφτεί ποτέ, που αντιδρούσαν στη μυθιστοριογραφία με εικόνες μιας γυναίκας για την ιρανική επανάσταση, ένα βίντεο αναρτημένο από μια Ελληνίδα συγγραφέα που ζει στην Αγγλία, πιθανώς σε λάθος ώρα της ημέρας.


Το viral είναι ένα φτηνό ναρκωτικό. Μάζεψα τα screenshots σαν αποθέματα για τον χειμώνα της επερχόμενης αδιαφορίας.


Και μετά έγινε διδακτικό. Γιατί εδώ είναι αυτό που επιβεβαίωσε ο αλγόριθμος, χωρίς να το σκοπεύει: μπορεί να μετρήσει τα κλικ, αλλά δεν έχει την παραμικρή ιδέα τι μετράει.




Ι


Το παράδοξο της ορατότητας

Όταν η μηχανή λέει «ναι» — και εσύ ξέρεις ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις

Το reel για τις εμπειρίες της Satrapi έγινε viral γιατί ταίριαζε σε ένα σχήμα που αναγνωρίζει ο αλγόριθμος: οπτικό με υψηλή αντίθεση ασπρόμαυρου, μια καλλιτέχνις γυναίκα, πολιτικό περιεχόμενο που προκαλεί σοκ και θυμό, ένα καταξιωμένο έργο με το οποίο οι μορφωμένοι άνθρωποι νιώθουν ασφαλείς και διανοητικά χωρίς ρίσκο να αλληλεπιδρούν και σχετικό με την επικαιρότητα (τον πόλεμο στο Ιράν και τη μέρα της γυναίκας). Ήταν, με αλγοριθμικούς όρους, clippable — αναπαράξιμο, μοιράσιμο, μια γνωστή ποσότητα ντυμένη με το χέρι μου.

Το πρόβλημα είναι ότι το να δημοσιεύω επίκαιρα σχόλια με βάση τη δουλειά άλλων δεν είναι αυτό που κάνω. Γράφω για τα υπαρξιακά ζητήματα της ελληνικής ταυτότητας — στα ελληνικά κυρίως, αλλά και στα αγγλικά όταν το θέμα το απαιτεί ή το κοινό το ζητά. Γράφω ποίηση. Γράφω για τους τοξικούς ανθρώπους, για ναρκισσιμό και δεσμό τραύματος. Έχω γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο στα αγγλικά για τους ελληνικούς μύθους και τα αρχέτυπα, έχω μεταφράσει τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας για αγγλόφωνο κοινό, έχω κανάλι στο YouTube που απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν διαβάζουν ελληνικά αλλά ενδιαφέρονται για την Ελλάδα με τρόπο που ξεπερνά τα νησιά και τον καλό καιρό.

25k+

Views on Persepolis reel

200

Friends / followers

1

Languages it recognised


Τίποτα από αυτά δεν χωράει σε κουτί. Δεν κάνω βίντεο με πρόσωπο. Εναλλάσσω γλώσσες ανάλογα με το θέμα και το κοινό, όχι ανάλογα με τι ανταμείβει η πλατφόρμα. Κινούμαι ανάμεσα σε ποίηση, πολιτική ανάλυση, προσωπικό δοκίμιο και ψυχολογική θεωρία. Ο αλγόριθμος, μπροστά στο προφίλ μου, συναντά κάτι σαν έντυπο απογραφής με ασυμβίβαστες απαντήσεις: ελληνικά ή αγγλικά; λογοτεχνία ή αυτοβοήθεια; diaspora content ή ακαδημαϊκό; Ελληνίδα που γράφει για Έλληνες ή Ελληνίδα που εξηγεί την Ελλάδα στον κόσμο; Και η απάντηση, βεβαίως, είναι: και τα δύο, και τα τέσσερα, και κάτι παραπάνω.

Instagram / blog

κυρίως ελλ.

YouTube

κυρίως αγγλ.

Βιβλία

ελλ. + αγγλ.


Αυτό δεν είναι ασυνέπεια. Είναι μια συνειδητή επιλογή να βρίσκεσαι εκεί που βρίσκεται το κοινό σου — και το κοινό μου είναι ο Έλληνας της διασποράς που σκέφτεται στα ελληνικά αλλά ζει στα αγγλικά, και ο αγγλόφωνος που αγαπά την Ελλάδα βαθύτερα από όσο η ταξιδιωτική βιομηχανία του επιτρέπει να την καταλάβει, και ο Έλληνας που ζει στην Ελλάδα αλλά θέλει να την δει με μια φρέσκια ματιά.

Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν έχω στρατηγική δημοφιλίας. Η "στρατηγική" μου, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, είναι η αυτοπραγμάτωση — η ανάγκη να είμαι αυτό που μόνο εγώ μπορώ να είμαι με τον τρόπο που είμαι —  και παράλληλα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου δημόσια για το ότι μπορώ να υπάρχω ως σύνολο και όχι ως θραύσμα. Αυτό έχει ένα τίμημα: δεν έχω σταθερό κοινό. Και αυτό δεν είναι παράπονο, είναι η καταγραφή μιας πραγματικότητας. Το σύστημα είναι φτιαγμένο για το "Ένα Πράγμα" (τον γυμναστή, τον ψυχολόγο, την ποιήτρια). Όταν είσαι "Πολλά", η επικοινωνία με τη μηχανή καταρρέει. Δεν είναι παράσημο ποιότητας η έλλειψη αριθμών, είναι απλώς η απόδειξη ότι η πολυεπίπεδη φύση παραμένει αμετάφραστη.

Ο αλγόριθμος δεν τιμωρεί την πολυπλοκότητα. Απλώς δεν μπορεί να τη μεταβολίσει.



ΙΙ

Η ανατομία του viral

Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να «φάει» η μηχανή

Ο αλγόριθμος δεν είναι κακός. Είναι, με την πιο κυριολεκτική έννοια, μηχανικός. Βελτιστοποιεί για engagement, και το engagement θέλει σοκ — γρήγορο, έντονο, αδύνατο να αγνοηθεί. Ο θυμός είναι το πιο εύκολο καύσιμο: λειτουργεί αυτόματα, δεν απαιτεί σκέψη, δεν απαιτεί χρόνο. Το χιούμορ μπορεί επίσης να δουλέψει, αλλά είναι πιο δύσκολο να το χτίσεις. Αυτό που σίγουρα δεν δουλεύει είναι η νηφαλιότητα — η ψυχρή ανάλυση, η μετριοπάθεια, η σκέψη που χρειάζεται δύο λεπτά για να αναπτυχθεί. Δεν υπάρχει χρόνος για πολυπλοκότητα όταν ο αντίχειρας ήδη σκρολάρει.

Η συμπόνια, από την άλλη, απαιτεί ιστορικό. Η ανάλυση απαιτεί υπομονή. Η μνήμη απαιτεί την προθυμία να αλλάξεις από αυτό που συναντάς. Και η αμφιγλωσσία — η αληθινή αμφιγλωσσία, όχι η στρατηγική χρήση δύο γλωσσών για να διπλασιάσεις το reach, αλλά το να σκέφτεσαι διαφορετικά σε κάθε γλώσσα για διαφορετικό κοινό — είναι ίσως το πιο αδύνατο πράγμα να κατηγοριοποιήσει ένα σύστημα που θέλει μία γλώσσα, ένα κοινό, ένα μήνυμα. 

Θέλει απλά να σε βάλει σε ΕΝΑ κουτί.

Οι Έλληνες αναγνώστες μου δεν με βρήκαν επειδή με ανέδειξε ο αλγόριθμος. Με βρήκαν επειδή κάποιος γνωστός τους τούς είπε: αυτό ακριβώς προσπαθούσα να πω εγώ ή επειδή μόνοι τους αποφάσισαν ότι θέλουν κάτι παραπάνω από γρήγορη κατανάλωση περιεχομένου.  Οι αγγλόφωνοι αναγνώστες μου δεν με βρήκαν επειδή έψαχναν «Greek content creator». Με βρήκαν επειδή έψαχναν μια Ελλάδα που δεν τους είχε δείξει ποτέ το TripAdvisor.

Δεν υπάρχουν hashtags για τη σιωπηλή αξιοπρέπεια του να επιβιώνεις έναν αιώνα χωρίς ούτε ένα κλικ.



Ένα αφαιρετικό πορτρέτο που μοιάζει να "σπάει" ή να "γλιτώνει" από ένα πλέγμα (grid), συμβολίζοντας το σφάλμα στο σύστημα.


ΙΙΙ

Το ζήτημα της νομιμότητας

Το να είσαι «σφάλμα στο σύστημα» — και γιατί μπορεί να είναι ακριβώς αυτό το νόημα για κάποιους από εμάς

Όταν πέρασε η viral στιγμή και οι αριθμοί επέστρεψαν στα μέτρια επίπεδά τους με ένοιαξε. Ας μην υποκρινόμαστε. Όταν η οθόνη γεμίζει φως, νιώθεις ότι κάτι συμβαίνει. Αλλά η απογοήτευση δεν ήρθε από την πτώση των αριθμών (τα 10 likes παραμένουν για μένα μια θαυμαστή σύνδεση). Ήρθε από τη συνειδητοποίηση ότι το σύστημα με επιβράβευσε για τη δουλειά κάποιου άλλου. Το viral ήταν το Persepolis, έστω με την δική μου ματιά και επιμέλεια, αλλά δεν ήταν κάτι που δημιούργησα αυθεντικά με τη δική μου φωνή. Εκεί ένιωσα τον πειρασμό: "πώς μπορώ να το κρατήσω αυτό το viral;". Η απάντηση ήταν ακαριαία και ήσυχη: Δεν μπορώ να το κρατήσω. Με νοιάζει να ακουστεί το μήνυμα, αλλά όχι αν το τίμημα είναι η απώλεια της ακεραιότητας της δουλειάς μου.

Αμέσως μετά, μέσα στη σιωπή, διαμορφώθηκε η επόμενη ερώτηση: είναι αληθινό αυτό που κάνω, αν κανένα σύστημα δεν το αναγνωρίζει;

Αλλά αυτή η παγίδα ανήκει στη μηχανή, όχι σε μένα.

Όταν γράφω για τη σχέση της συντηρητικής γιαγιάς μου με τον κομμουνιστή γείτονά της — πώς τον υπερασπιζόταν στην εκκλησία λέγοντας «δεν είναι κακός, δεν θέλει να σκοτώσει κόσμο» και πώς έβαλε το όριο της όταν της είπαν ότι ο Χριστός ήταν ο πρώτος κομμουνιστής — καταγράφω μια βιωμένη φιλοσοφική πολυπλοκότητα που δεν χωράει σε καμία πολιτική κατηγορία. Επομένως, ο αλγόριθμος δεν μπορεί να προωθήσει αυτή την ιστορία γιατί δεν ξέρει αν να τη βάλει στο «ελληνικό περιεχόμενο», στη «θρησκεία», στην «πολιτική» ή στην «οικογενειακή μνήμη». Και η απάντηση είναι ότι ανήκει σε όλα αυτά ταυτόχρονα — πράγμα που για έναν αλγόριθμο ισοδυναμεί με σφάλμα, και για έναν αναγνώστη ισοδυναμεί με αλήθεια.


ΙV

Το σχήμα της δουλειάς μου

Για το να γράφεις στα ελληνικά και στα αγγλικά, από την Αγγλία, για τον κόσμο

Υπάρχει ένα επιπλέον στρώμα αορατότητας ενσωματωμένο στη δική μου θέση — και δεν είναι αυτό που νομίζει κανείς. Δεν είναι ότι γράφω σε «μια μικρή γλώσσα». Είναι ότι γράφω και στις δύο γλώσσες, για δύο εντελώς διαφορετικά κοινά, με τρόπο που δεν εξυπηρετεί τη λογική της πλατφόρμας.

Το ελληνικό κοινό των social media με συναντά κυρίως στα ελληνικά, στις ιστορίες ταυτότητας, στα ποιήματα, στην ανάλυση της ελληνικής ψυχής. Το αγγλόφωνο κοινό με συναντά αλλού: στο YouTube, στο βιβλίο για τα ελληνικά αρχέτυπα, στη μετάφραση των Παραδόξων — άνθρωποι που δεν διαβάζουν ελληνικά αλλά θέλουν να καταλάβουν τη σύγχρονη Ελλάδα βαθύτερα από όσο τους επιτρέπει μια τουριστική διαφήμιση. Αυτό δεν είναι ασυνέπεια. Είναι μια συνειδητή επιλογή να βρίσκεσαι εκεί που βρίσκεται το κοινό σου — και το κοινό μου δεν κατοικεί σε μία πλατφόρμα, σε μία γλώσσα, σε ένα format.

Για τον αλγόριθμο όμως, αυτό είναι ακόμα χειρότερο από το να είσαι ένας αμιγώς ελληνικός λογαριασμός. Τουλάχιστον μια «Ελληνίδα συγγραφέας που γράφει στα ελληνικά» είναι μια κατηγορία. Μια δημιουργός που γράφει βιβλία στα αγγλικά για αγγλόφωνους, μεταφράζει τη δική της δουλειά, κάνει βίντεο σε μια γλώσσα και blog σε άλλη, και αρνείται να ορίσει ένα μόνο κοινό — αυτή είναι απλώς ένα μόνιμο σφάλμα ταξινόμησης.

Δεν κατηγορώ τον αλγόριθμο, ούτε παίζω blame games. Το σύστημα είναι αυτό που είναι — ένας καθρέφτης που αντανακλά μόνο συγκεκριμένες συχνότητες. Το παρατηρώ όπως ένας βιολόγος παρατηρεί ένα φαινόμενο (αν και πάντα εγώ είμαι το υποκείμενο των πειραμάτων μου). Δεν περιμένω τίποτα από κάτι εξωτερικό, όπως ένας αλγόριθμος, ούτε θεωρώ την απουσία από τα σόσιαλ μίντια "έντιμη" και την επιτυχή παρουσία "ανέντιμη" (αντιθέτως παρακολουθώ πολλούς ποιοτικούς λογαριασμούς με μεγάλους αριθμούς). Απλώς αναγνωρίζω ότι η τεχνολογία, ενώ ενώνει, συχνά αποτυγχάνει να μεταφέρει το βάρος της αληθινής ανθρώπινης πολυπλοκότητας.


Ο αλγόριθμος θέλει να διαλέξεις γλώσσα, κοινό, κατηγορία. Εγώ επέλεξα ακρίβεια.

V

Αυτό που αποφάσισα

Συνειδητή παρουσία και συνειδητή απουσία


Δεν ξέρω με τι ρυθμό θα συνεχίσω στα social media. Έχω πολύ συγγραφικό έργο το οποίο σέβομαι -και από αυτοσεβασμό και μόνο θέλω να ολοκληρώσω την προώθησή του (ναι, παιδιά θέλω να προωθήσω το έργο μου, είμαι περήφανη για αυτό!). Από την άλλη, αυτή την περίοδο εκπαιδεύομαι ως career coach. Είναι μια δέσμευση που απαιτεί χρόνο, εστίαση και μια διαφορετική μορφή παρουσίας. Ο αλγόριθμος δεν μπορεί να καταλάβει γιατί μια δημιουργός "σιωπά" για να σπουδάσει ή για να ζήσει offline. Θα το εκλάβει ως πτώση του engagement, ως αποτυχία. Αλλά για μένα είναι η απαραίτητη ανάσα του ανθρώπου πίσω από το pen name. Αυτό είναι το ρίσκο μου: να είμαι ένας άνθρωπος που χρειάζεται διαλείμματα, σε έναν κόσμο που απαιτεί αέναη ροή.

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν θα αλλάξω για χάρη του αλγορίθμου. Δεν θα δημοσιεύω αποκλειστικά πάνω στη δουλειά άλλων καλλιτεχνών για να κυνηγήσω την επόμενη viral στιγμή. Δεν θα σταματήσω να γράφω στα αγγλικά όταν το θέμα το ζητά, ούτε στα ελληνικά για χάρη του reach. Η εξέλιξη θα έρθει από τις δικές μου ανάγκες και επιλογές — όχι από τη λογική της πλατφόρμας.


Γιατί εδώ είναι αυτό που σε διδάσκει ήσυχα μια viral στιγμή: 

  1. Ο αλγόριθμος μπορεί να σε αναδείξει. Δεν μπορεί να σε αντικαταστήσει. Οι 25.000 που είδαν ένα reel δεν ξέρουν αυτά που ξέρω εγώ. Οι εκατό άνθρωποι που διαβάζουν τα δοκίμιά μου και τα ποιήματά μου και αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στην πορεία — αυτοί είναι αυτοί για τους οποίους γράφω. Και οι αγγλόφωνοι που με βρίσκουν μέσα από ένα βιβλίο για τους μύθους και μένουν για τα παράδοξα — αυτοί επίσης.

  2. Ο αλγόριθμος κάνει ό,τι θέλει. Κι εγώ κάνω ό,τι θέλω. Οι δύο αυτές πορείες είναι ανεξάρτητες — και αυτό, παραδόξως, με ελευθερώνει.

Αν με βρεις, χαίρομαι. Αν με ξαναβρείς, ακόμα περισσότερο.

Thank you, reader, may our paths cross again.


  1. Η μηχανή μπορεί να μετρήσει τα κλικ. Ποτέ δεν θα καταλάβει το βάρος τους.



Ένα χέρι κρατά ένα πινέλο και ζωγραφίζει μια ελεύθερη γραμμή πάνω από ένα φόντο από barcodes ή pixels, δείχνοντας την επικράτηση της δημιουργικότητας.


«Η βιασύνη να βγάλουμε ένα συμπέρασμα είναι πάντα ένα πορτραίτο χωρίς μάτια.»


Ο αλγόριθμος μέτρησε τα δευτερόλεπτα. Εγώ συνέχισα να ζωγραφίζω.

Ποιος φοβάται το DARVO; Ή γιατί αυτοί που μιλούν για τραύμα γίνονται οι πρώτοι στόχοι

  Από την ψυχοεκπαίδευση στον ακτιβισμό: Γιατί πρώτα χρειαζόμαστε την ψυχολογία και μετά την κοινωνιολογία 1. Το έναυσμα: Πώς ένα «beef» έγι...