Είδα την μαύρη ωραία Ελένη (spoiler στην πρώτη παράγραφο)


Η Λουπίτα Νιόνγκο ως μαύρη Ωραία Ελένη στην Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν, ντυμένη με αρχαιοελληνικό λευκό χιτώνα με χρυσές λεπτομέρειες και χρυσό στεφάνι στα μαλλιά, με φόντο μια αρχαία ελληνική πόλη και λιμάνι στο ηλιοβασίλεμα


 Το σοκ για το πρόσωπο

Την επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο για την Ωραία Ελένη την ήξερα, την περίμενα. Αυτό που δεν περίμενα ήταν ότι ο Μενέλεος της γυρνάει το πρόσωπο για να το δείξει στον Τηλέμαχο και αυτή έχει βαθιές ουλές! Ουλές από τον πόλεμο, από οικιακή κακοποίηση, μήπως υπήρχαν από γεννησιμιού της; Δεν γνωρίζω. 


Αλλά αυτό με έκανε να αναρωτηθώ “Τι σημασία έχει τελικά το πρόσωπο; Μήπως είναι τελείως συμβολικό;” Ειδικά όταν η ταινία του Νόλαν ξεκινά με αυτή τη λέξη “ένα πρόσωπο”. Ο ραψωδός της εισαγωγής, ο αρχαίος Φήμιος, αρχίζει να χτυπάει το ραβδί του με ρυθμό “ένα πρόσωπο, ένας στόλος, ένας πόλεμος” και εκεί καταλαβαίνω τη σύνδεση που κάνει με τους σημερινούς ράπερς. Αυτό είναι το beat. Περιμένουμε όλοι να δούμε το πρόσωπο. 


Και τότε άρχισα να αναρωτιέμαι ποιο ήταν το πρόσωπο της Ελένης ανά τους αιώνες; Αν αρχίσουμε από την αρχαία Ελλάδα, την περίοδου της ακμής του αρχαίου θεάτρου, η Ελένη παιζόταν από… άντρες! Οι γυναίκες δεν συμμετείχαν σε θίασο και οι γυναικείοι ρόλοι δίνοταν σε άντρες ντυμένους γυναίκες οι οποίοι έβαζαν προστερνίδια για προσομοιάζουν το γυναικείο στήθος και μάσκες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και κομμώσεις. 


Άραγε θα αισθάνονταν άνετα όσοι θέλουν να ακολουθούμε την παράδοση με την επιλογή τρανς γυναικών σε κλασικούς ελληνικούς ρόλους; Δεν νομίζω…


Νομίζω ότι οποιαδήποτε επιλογή που θα περιλάμβανε λευκό δεμα θα ήταν πιο αποδεκτή για τους Έλληνες από την επιλογή μιας μαύρης ηθόποιου. Γιατί; Ίσως γιατί θέλουμε να θεωρούμαστε όσο πιο λευκοί γίνεται, οι πρόγονοι της παγκόσμιας άρχουσας τάξης. Η ιστορική αποκατάσταση εξαντλείται σε οτιδήποτε μπορεί να μας φέρει λίγο πιο ψηλά στην σκάλα της ιεραρχίας. Μας ενδιαφέρει να φαινόμαστε λίγο πιο λευκοί, αλλά όχι λίγο πιο κοντοί ή λίγο πιο bisexual. 


Ίσως να είναι πιο αγνά τα κίνητρα: Γιατί μας φαίνεται ακαδημαϊκά αδύνατον να είχε τόσο σκούρο πρόσωπο η ωραία Ελένη. Στην ταινία όμως (αυτό δεν είναι σπόιλερ, αυτό είναι ο μύθος) η ωραία Ελένη θυμίζει ότι είναι δίδυμη αδερφή της Κλυταιμνήστρας, της βασίλισσας του Άργους. Και τότε εγώ θυμήθηκα ότι οι ιδρυτές του Άργους, η κόρη του Δαναού Υπερμνήστρα και ο γιος του Αίγυπτου Λυγκέας είχαν Αιγυπτιακή καταγωγή (μεγάλη ιστορία, να το ψάξετε). Δεν ξέρω τι χρώμα επιδερμίδας είχαν οι Αιγύπτιοι τότε.


Αλλά η Ωραία Ελένη δεν καταγόταν από αυτούς για να κουβαλάει κάποιο έστω μακρινό γονίδιο. Για αυτό όταν τελείωσε η ταινία έψαξα την γενεαλογία της Ελένης. Και, ναι, φτάνει μέχρι τον Βήλο, τον πατέρα του Δαναού και του Αίγυπτου. Στο γενεαλογικό δέντρο της υπάρχουν ονόματα όπως η Λιβύη, ο Άραβας και ο Φοίνικας, που δείχνουν ότι οι δύο μεγάλες δυναστείες -αυτή του Άργους (που έβγαλε τον Αγαμέμνονα) και αυτή της Αιτωλίας (που έβγαλε την ωραία Ελένη) έχουν “ανατολίτικες” ρίζες.

Και τι σημασία έχει;


Με τους «νικητές» ή με την τέχνη;


Έχει σημασία ο φαινότυπος ενός μυθικού προσώπου για εμάς ή την ταινία; Καμία απολύτως. Απλά πιστεύω ότι αν κάποιοι θεατές (όχι όλοι όσοι δυσανασχέτησαν με αυτήν την επιλογή) μπορούσαν να συνδέσουν με παρόμοιο “τραβηγμένο” τρόπο τον εαυτό τους με τους Βίκινγκς θα το είχαν κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί οι Βίκινγκς είναι το πρότυπο της ηγεμονίας και οι άνθρωποι αυθόρμητα θέλουν να είναι με τους νικητές. Τόσο απλά.


Πώς το ξέρω ότι είναι η κυρίαρχη ομάδα; Γιατί στατιστικά οι ηθοποιοί με λευκό δέρμα και ξανθά μαλλιά/ γαλανά μάτια έχουν παίξει πολύ περισσότερους ρόλους από άλλες ομάδες ηθοποιών. Και όταν παίζουν ρόλους Μεσογειακών ηρώων (γιατί έχουμε και κάποιους γαλανομάτηδες σε μικρό ποσοστό) κολακευόμαστε. Αλλά και όταν παίζουν ρόλους από άλλες φυλές, πολλές φορές βάφοντας τα πρόσωπά τους, οικειοποιούμενοι την κουλτούρα τους και αποκλείοντας άλλους ηθοποιούς από υποεκπροσωπούμενες ομάδες να παίξουν, πολλοί από εμάς το αποδίδουμε στο ταλέντο τους.


Για αυτόν τον ιστορικό και συστημικό λόγο δεν ισχύει το αντίστροφο: Όταν ένα άτομο από υποεκπροσωπούμενη ομάδα παίζει έναν κλασικό ρόλο λευκού, δεν απειλεί τους λευκούς ηθοποιούς με αποκλεισμό από το να βρουν δουλειά. Δεν στερεί τους λευκούς ηθοποιούς από ορατότητα. Δεν οικειοποιείται την κυρίαρχη κουλτούρα γιατί δεν “μπερδεύει” κανέναν ούτε σχετικά  με το κλασικό έργο ούτε με τη θέση του στην κοινωνία. Είναι μια ανοιχτή καλλιτεχνική πρόταση. 

Δεν πρόκειται λοιπόν για δύο μέτρα και δύο σταθμά, αλλά για τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ συστημικού αποκλεισμού και καλλιτεχνικής συμπερίληψης. Όταν η κυρίαρχη βιομηχανία δίνει ρόλους μειονοτήτων σε λευκούς ηθοποιούς, στερεί από τις υποεκπροσωπούμενες ομάδες τις ελάχιστες ευκαιρίες που έχουν να πουν τις δικές τους ιστορίες, οδηγώντας τες στην καλλιτεχνική εξαφάνιση. Αντίθετα, όταν μια μαύρη ηθοποιός παίζει την Ωραία Ελένη, κανένας λευκός ηθοποιός δεν κινδυνεύει να μείνει χωρίς εκπροσώπηση στο παγκόσμιο σινεμά. Η μία περίπτωση στενεύει τον χώρο για όσους είναι ήδη στο περιθώριο, ενώ η άλλη τον ανοίγει.


Τι θέλει να πει ο Νόλαν

Και συγκεκριμένα ο Νόλαν μας εξηγεί την καλλιτεχνική του φιλοσοφία στο τέλος της ταινίας (αυτό είναι ελαφρύ σπόιλερ, για το πώς επιλέγει να την κλείσει): Ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη πάνω στο πλοίο συζητάνε για το ότι ο πολιτισμός τους παρακμάζει και οδηγούνται στο σκοτάδι. Εύχονται να τους θυμούνται στο μέλλον οι άνθρωποι και δείχνουν πώς η ανθρωπότητα τείνει να αγνοεί τα μαθήματα της ιστορίας, μέχρι να αναγκαστεί να τα θυμηθεί. 


Το τραύμα του πολέμου είναι αυτό που οδήγησε στην παρακμή του πολιτισμού τους. Η βία, η καταπάτηση της ανθρώπινης εμπιστοσύνης. Η πτώση της Τροίας με ένα τέχνασμα είναι μια ηθική πτώση. Είναι η απανθρωποποίηση και της γυναίκας Ελένης και των ξένων Τρώων. 


Και ο Νόλαν μας φέρνει ένα άλλο πρόσωπο για να δείξει την ρίζα του κακού της σύγχρονης εποχής: Ένα φρέσκο, μοντέρνο πρόσωπο που ουσιαστικά μας λέει ότι η Αμερική έχει χτιστεί πάνω στον συστημικό ρατσισμό.


Οι ουλές στο πρόσωπο της ωραίας Ελένης αξίζουν όσο οποιοδήποτε κάλλος. Οι ουλές είναι το πρόσωπο.

Ο Νόλαν, ως Βρετανο-Αμερικανός δημιουργός, χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο για να μιλήσει για τη δική του, σύγχρονη δυτική πραγματικότητα και τα δικά του φυλετικά τραύματα. Εμείς όμως δεν είμαστε Αμερικάνοι ή αποικιοκράτες και δεν κουβαλάμε αυτή την ιστορική ενοχή. Για εμάς, η επιλογή αυτή δεν είναι μια πολιτική δήλωση για το δικό μας παρελθόν, αλλά μια άσκηση στην καθολική ανθρώπινη ανάγκη για ενσυναίσθηση. Μας καλεί να δούμε πέρα από το "λευκό δέρμα" και να εστιάσουμε στην ουσία του μύθου: στο κοινό ανθρώπινο τραύμα.

Για αυτό και δεν θα πρέπει να μας πειράζει να δώσουμε τον ρόλο της ωραίας Ελένης σε κάποια σχολική παράσταση σε κάποια μαύρη ελληνίδα. Δεν είμαστε αυτοί που κάνουν ουλές στους άλλους.

Ή μήπως είμαστε;




Κινηματογραφική αφίσα από την ταινία The Odyssey του Κρίστοφερ Νόλαν, που δείχνει από την πίσω πλευρά το κράνος του αρχαίου πολεμιστή Αγαμέμνονα με λοφίο, όπου κατά μήκος του είναι ενσωματωμένη μια χρυσή ανθρώπινη σπονδυλική στήλη, σε ψυχρό μπλε και σκοτεινό φόντο με τη λεζάντα THE ODYSSEY.





Interested in the narration in English of the ancient text by a Greek mind and native speaker? 10 sections of Odyssey

Η απίστευτη (;) ιστορία του Άλαν Τούρινγκ


Ιστορική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Άλαν Τούρινγκ σε εφηβική ηλικία 16 ετών, γύρω στο 1928.


 Ο άνθρωπος που νίκησε τον φασισμό, αλλά ηττήθηκε από την υποκρισία της πατρίδας του.

Υπάρχουν ιστορίες που, όσο απίστευτες κι αν ακούγονται, είναι αληθινές. Η ιστορία του Άλαν Τούρινγκ είναι μία από αυτές. Ο άνθρωπος που έσπασε τον κώδικα Enigma και συντόμευσε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατά τουλάχιστον δύο χρόνια, σώζοντας έτσι εκατομμύρια ζωές, ήταν ο ίδιος άνθρωπος που η χώρα του καταδίκασε για το ποιος ήταν. Γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1912 στο Λονδίνο και πέθανε στις 7 Ιουνίου 1954, μόλις 41 ετών. Ζωή και θάνατος, και οι δύο μέσα στον ίδιο μήνα: τον Ιούνιο. Τον μήνα που σήμερα γιορτάζουμε το Pride.

Ο Τούρινγκ θεωρείται ο πατέρας της θεωρητικής επιστήμης των υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης. Σπούδασε μαθηματικά στο Cambridge και στο Princeton, και τη δεκαετία του 1930 διατύπωσε την έννοια της «μηχανής Τούρινγκ», ένα θεωρητικό μοντέλο υπολογισμού που αποτελεί ακόμη και σήμερα τη βάση της επιστήμης των υπολογιστών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου εργάστηκε στο Bletchley Park, όπου ηγήθηκε της ομάδας που αποκρυπτογράφησε τον γερμανικό κώδικα Enigma, θεωρούμενο μέχρι τότε «απόλυτα ασφαλή». Ήταν, με κάθε κριτήριο, εθνικός ήρωας. Μόνο που η χώρα του δεν τον αντιμετώπισε ποτέ έτσι όσο ζούσε.

Το Ινστιτούτο του Βερολίνου που έκαψαν οι Ναζί

Για να καταλάβουμε γιατί η ιστορία του Τούρινγκ έχει τόσο βαθιά σχέση με το Pride, χρειάζεται να γυρίσουμε λίγο πίσω, στο Βερολίνο της δεκαετίας του 1920.

Εκεί, ο Γερμανός γιατρός Μάγκνους Χίρσφελντ, ο ίδιος ομοφυλόφιλος, είχε ιδρύσει το 1919 το Institut für Sexualwissenschaft, το πρώτο στον κόσμο Ινστιτούτο Σεξουαλικής Επιστήμης. Το ινστιτούτο προσέφερε συμβουλευτική, σεξουαλική εκπαίδευση, θεραπεία για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου, ανάμεσα στις πρώτες στον κόσμο. Εκεί δούλεψαν δεκάδες γιατροί, ερευνητές και ειδικοί, και χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από τις πόρτες του, πολλοί δωρεάν.

Η άνοδος του Χίτλερ το έθεσε αμέσως στο στόχαστρο. Στις 6 Μαΐου 1933, μόλις τρεις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, μέλη μιας ναζιστικής φοιτητικής οργάνωσης μπήκαν στο Ινστιτούτο Σεξουαλικής Επιστήμης στο Βερολίνο και, μαζί με μέλη της SA (πρόδρομου των SS), το λεηλάτησαν, αρπάζοντας τη βιβλιοθήκη και τα αρχεία του. Λίγες μέρες αργότερα, τα κλαπέντα βιβλία, αντικείμενα και ιατρικοί φάκελοι καταστράφηκαν σε μία από τις πολλές δημόσιες καύσεις βιβλίων που οργανώθηκαν σε όλη τη Γερμανία. Μια προτομή του Χίρσφελντ είχε παρελάσει στους δρόμους πριν πεταχτεί κι αυτή στη φωτιά. Ο ίδιος ο Χίρσφελντ βρισκόταν εξόριστος στο Παρίσι και είδε την καταστροφή της δουλειάς μιας ζωής σε ένα δελτίο ειδήσεων στον κινηματογράφο.

Δεκάδες χιλιάδες ιατρικοί φάκελοι, ερευνητικά δεδομένα και δεκαετίες γνώσης για το φύλο και τη σεξουαλικότητα χάθηκαν εκείνο το βράδυ. Σύμφωνα με ιστορικούς, η επιστήμη της σεξουαλικότητας και της ταυτότητας φύλου οπισθοδρόμησε κατά δεκαετίες, πολλοί λένε και έναν αιώνα, αφού η γνώση που χτίστηκε εκεί δεν ξανααποκτήθηκε παρά πολύ αργότερα, μέσα από εντελώς διαφορετικές, διάσπαρτες πηγές.

Και η καταστροφή δεν σταμάτησε εκεί. Με βάση λίστες διευθύνσεων που είχαν κλαπεί από το ίδιο το Ινστιτούτο, το ναζιστικό κόμμα συνέλαβε άνδρες που θεωρούνταν ομοφυλόφιλοι και τους έστειλε σε στρατόπεδα εργασίας ή θανάτου. Η γνώση που υπήρχε για να βοηθήσει ανθρώπους χρησιμοποιήθηκε, τελικά, για να τους εντοπίσει και να τους καταστρέψει.


Διαβάστε τη συνέχεια στο SheTalks.gr


Γιατί μιλάμε για φεμινισμό όταν η τοξικότητα δεν έχει φύλο και φυλή;

Γράφοντας το βιβλίο μου "Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους", οδηγήθηκα σε μια θεμελιώδη διαπίστωση για την ανθρώπινη φύση. Αν και σκόπευα να την κρατήσω για το επόμενο συγγραφικό μου βήμα, θεωρώ ότι η ανάγκη για ανοιχτό διάλογο σήμερα είναι πολύ επείγουσα για να περιμένει.

Το κεντρικό πρόβλημα, ο κοινός παρονομαστής που γεννά την παθολογία και την τοξικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι ένας: η κατάχρηση ισχύος (power abuse).

Μια φιγούρα που ξεδιαλύνει με ηρεμία φωτεινά νήματα, συμβολίζοντας την απόκτηση επίγνωσης και τη θέσπιση ορίων στις σχέσεις.
Όταν τα "αόρατα" νήματα γίνονται ορατά 
μπορούμε να τα ξεδιαλύνουμε

Αυτή η ισχύς μπορεί να αντλείται από τρεις πηγές:

  1. Τη φύση: Η φυσική ανωτερότητα του ισχυρότερου έναντι του ασθενέστερου.

  2. Τον ρόλο: Η θεσμική εξουσία (π.χ. ένας εργοδότης ή ένας άρχοντας που επιβάλλει παράλογες απαιτήσεις).

  3. Την προσωπικότητα: Η ασύμμετρη αλληλεπίδραση των χαρακτηριστικών δύο ανθρώπων: άνθρωποι με ορισμένα χαρακτηριστικά εκμεταλλεύονται ψυχολογικά τρωτά σημεία.

Οι χειριστικοί χαρακτήρες διαθέτουν μια έμφυτη ικανότητα να «διαβάζουν το δωμάτιο». Αντιλαμβάνονται τις δυναμικές εξουσίας ακαριαία και τις στρέφουν προς όφελός τους. Οι επιστημονικές έρευνες γύρω από τις διαταραχές προσωπικότητας δείχνουν ότι οι διαφορές ανά φύλο, εθνικότητα ή ηλικία –αν και καταγράφονται– συχνά αντανακλούν τον τρόπο μέτρησης ή κοινωνικούς παράγοντες.

Επιστημονικά, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων παράγει περισσότερη παθολογία από μια άλλη.

Η ορολογία που αποξενώνει και το σύνδρομο "Εμείς vs Αυτοί"

Αν η τοξικότητα δεν έχει ταυτότητα, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Γιατί επιμένουμε να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα (άνδρες-γυναίκες, λευκοί-μαύροι);

Γνωρίζουμε καλά ότι η λογική του «εμείς εναντίον των άλλων» αποξενώνει. Όταν η συζήτηση αγγίζει έννοιες όπως ο φεμινισμός ή ο αντιρατσισμός, πολλοί άνθρωποι μπαίνουν αυτόματα σε θέση άμυνας. Και δεν αναφέρομαι σε άτομα με ακραίες απόψεις. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που στην πράξη δεν είναι ούτε σεξιστές ούτε ρατσιστές, κι όμως εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις, λέγοντας για παράδειγμα: «Ο φεμινισμός στρέφεται κατά των ανδρών – αν λεγόταν αντισεξισμός, θα τον υποστήριζα» ή «ο αντιρατσισμός εργαλειοποιείται πολιτικά».

Όταν ο διαχωρισμός σε "θύτες" και "θύματα" βασίζεται σε συμπεριφορές, συχνά καταλήγει να εγκλωβίζει και να θυματοποιεί διπλά τους ανθρώπους. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο διαχωρισμός βασίζεται σε φαινοτυπικά, εξωτερικά χαρακτηριστικά.

Αρχικά, σκέφτηκα ότι αν θέλω το μήνυμα του βιβλίου μου να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους αποδέκτες, η παρουσία μου θα έπρεπε να μείνει αυστηρά προσηλωμένη στην αποδόμηση των χειριστικών σχέσεων, μακριά από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό «σήμα». Είναι όμως αυτό εφικτό στην πράξη;

Οι χειριστικές σχέσεις στο κοινωνικό εργαστήρι

Στην ψυχοπαθολογία, οι χειριστικές σχέσεις εκδηλώνονται με διαφορετικά προσωπεία: στους ναρκισσιστές με δικαιωματισμό, στους ψυχοπαθείς με απόλυτο έλεγχο, στους μακιαβελιστές με κυνισμό. Όμως η ρίζα παραμένει η ίδια: κατάχρηση εξουσίας.

Και εδώ έρχεται η σύνδεση με το περιβάλλον μας: Ποιος είναι πιο εύκολο να καταχραστεί την εξουσία; Αυτός που την έχει.

Μια σιλουέτα ανθρώπου στέκεται στην κορυφή μιας επιβλητικής, σκουριασμένης αρχιτεκτονικής δομής από μεγάλους κύβους, ενώ μια ομάδα ανθρώπων στη βάση συνεργάζεται με εργαλεία και σχοινιά για να αφαιρέσει τους λίθους, μέσα σε ένα υποβλητικό περιβάλλον με ομίχλη και διάχυτο φως.
Χωρίς αόρατα προνόμια είναι πιο δύσκολο
ένας τοξικός άνθρωπος να χειραγωγήσει

Ζούμε σε έναν κόσμο με συγκεκριμένες δομές. Αν κοιτάξουμε γύρω μας ρεαλιστικά, θα δούμε ότι:

  • Λειτουργούμε σε ένα οικονομικό σύστημα που ευνοεί τον πλούτο έναντι της φτώχειας.

  • Υπάρχουν ακόμα βαθιά ριζωμένα φυλετικά και έμφυλα πρότυπα. Αν ρωτήσουμε πόσοι ετερόφυλοι άνδρες θα αντάλλασσαν πρόθυμα τη θέση τους στην κοινωνία με μια γυναίκα ή έναν ομοφυλόφυλο άνδρα, η απάντηση αναδεικνύει την ύπαρξη ενός αόρατου πλεονεκτήματος.

Το να θέλει ένας άνθρωπος να διατηρήσει την ασφάλεια ή τη θέση του είναι μια αναμενόμενη, ανθρώπινη τάση αυτοσυντήρησης. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αρνούμαστε την ύπαρξη αυτών των δομικών ανισοτήτων ή, ακόμα χειρότερα, όταν τις εκμεταλλευόμαστε για να εμποδίσουμε την ανάδειξη των πιο ευάλωτων.

Η τοξικότητα δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα καμίας κυρίαρχης ομάδας. Είναι όμως πολύ πιο εύκολο να εκδηλωθεί και να θωρακιστεί πίσω από μια προνομιούχο θέση.

Εδώ όμως χρειάζεται ένας κρίσιμος διαχωρισμός: Ένας ναρκισσιστής ή ένας ψυχοπαθής μπορεί να είναι κοινωνικά περιθωριοποιημένος (π.χ. φτωχός ή μέλος μιας μειονότητας) και παρόλα αυτά να καταστρέψει απόλυτα τη ζωή κάποιου με τον οποίο σχετίζεται (σύντοφος, οικογένεια, δουλειά κτλ). Η συστημική δύναμη δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη διαπροσωπική κακοποίηση· η παθολογία της προσωπικότητας δρα αυτόνομα. Αυτό που κάνει η συστημική ισχύς δεν είναι να γεννά την τοξικότητα, αλλά να τη μεγεθύνει: λειτουργεί ως ένας ισχυρός ενισχυτής (amplifier) της διαπροσωπικής καταπίεσης, δίνοντας στον θύτη επιπλέον κοινωνικά όπλα.

Το συμπέρασμα είναι απλό: Τα κοινωνικά στερεότυπα είναι τα έτοιμα πυρομαχικά στο οπλοστάσιο των τοξικών ανθρώπων.

Αν δεν υπήρχαν έμφυλα στερεότυπα, ένας κακοποιητικός άνδρας δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ισχυριζόμενος ότι «εκείνη τον προκάλεσε». Αντίστοιχα, μια χειριστική γυναίκα δεν θα μπορούσε να εργαλειοποιήσει την κοινωνική προσδοκία ότι «οι γυναίκες είναι ανίσχυρες και δεν κακοποιούν», αφήνοντας έναν άντρα θύμα χωρίς φωνή και υποστήριξη.

Χωρίς τα στερεότυπα, οι τοξικοί άνθρωποι θα έχαναν την πρώτη ύλη τους.


Γιατί, λοιπόν, οι λέξεις και οι «-ισμοί» μετράνε;


Μια γέφυρα που οδηγεί έξω από την ντροπή και το στίγμα σε ένα φωτεινό, καταπράσινο μέρος, συμβολίζοντας την ψυχική ανάκαμψη και την ελευθερία.
Η ανάκαμψη θέλει ελευθερία
από στερεότυπα

Ο λόγος που επιλέγω να μην προσπερνώ αυτούς τους όρους είναι διπλός:

  1. Συλλογική Άμυνα: Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η εξισορρόπηση των δομών εξουσίας είναι ο μόνος τρόπος να στερήσουμε από τα παθολογικά άτομα τα εργαλεία επιβολής τους. Όταν δυσκολεύεις την αυθαίρετη κυριαρχία σε συστημικό επίπεδο, περιορίζεις τη δράση των τοξικών ανθρώπων σε ατομικό επίπεδο.

  2. Προσωπική και Επαγγελματική Ευθυγράμμιση: Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι κι εγώ επιδιώκω να συνδιαλέγομαι με ανθρώπους που μοιραζόμαστε κοινές αξίες, καθαρά για λόγους συναισθηματικής υγείας και αποτελεσματικότητας στο έργο μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρώ «τοξικό» όποιον διαφωνεί μαζί μου – είδαμε ήδη πόσο ισχυρές είναι οι άμυνές μας. Σημαίνει όμως ότι επιλέγω πού θα επενδύσω την ενέργειά μου.

Γνωρίζω καλά ότι αυτή η ενδιάμεση στάση κινδυνεύει να με αποξενώσει ταυτόχρονα και από τα δύο ιδεολογικά στρατόπεδα. Από τη μία, η συντηρητική πλευρά μπορεί να με κατηγορήσει ότι εισάγω από την πίσω πόρτα την κοινωνική ατζέντα των «ισμών». Από την άλλη, η προοδευτική πλευρά ίσως θεωρήσει ότι υποβαθμίζω τη συστημική βία, επιμένοντας ότι η παθολογία δεν έχει φυλή ή φύλο. Είναι όμως το αναγκαίο τίμημα όταν αρνείσαι να υποτάξεις την ψυχολογική πραγματικότητα σε αναμενόμενα πολιτικά κουτάκια και λες απλά ότι η συστημική βία είναι όπλο στα χέρια των τοξικών ανθρώπων.

Στο ταξίδι της ανάκαμψης από παθολογικές σχέσεις, τα μέλη μιας κοινότητας δεν χρειάζεται να συμφωνούν σε όλα. Άνθρωποι με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά μπορεί να έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοθεωρίες.

Για μένα, η απελευθέρωση από την παθολογία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποδόμηση των ασύμμετρων δομών εξουσίας. Για κάποιον άλλον, μπορεί να μην είναι. Σε κάθε περίπτωση, η ένταση που μερικές φορές επιφέρει ο κοινωνικός διάλογος είναι ένα αναγκαίο κόστος μπροστά στην αξία της ουσιαστικής εκπαίδευσης.





Ψυχικός πόνος: Λέξεις που θα σε βοηθήσουν να τον επεξεργαστείς

Περίμενα να κοπάσει ο πρώτος θόρυβος των πρόσφατων ειδήσεων για να κάνουμε μια ψύχραιμη συζήτηση. Το άρθρο αυτό δεν γράφτηκε για να αναλύσει μεθόδους, ούτε για να δικαιολογήσει την πράξη. Γράφτηκε για να δώσει λέξεις εκεί που υπάρχει σκοτάδι, γιατί οι λέξεις φέρνουν κατανόηση, και η κατανόηση είναι το πρώτο βήμα για να ζητήσουμε βοήθεια.


Όταν ο εγκέφαλος δεν βλέπει άλλη διέξοδο: Λέξεις που βοηθούν στην επεξεργασία του αβάσταχτου πόνου







Χωρίς λέξεις 


Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, έμαθα ότι μια συμμαθήτριά μου από το δημοτικό που είχε πάει σε άλλο σχολείο πέθανε από αυτοκτονία. Το έμαθα από μια φίλη και με τάραξε πάρα πολύ. Μετά από μερικές μέρες πέτυχα τυχαία στον δρόμο μια καθηγήτρια που την ήξερε και το πρώτο πράγμα που της είπα ήταν “έμαθα ότι η Στέφη (προφανώς έχω αλλάξει το όνομα) αυτοκτόνησε, λυπάμαι πολύ”. Η καθηγήτρια με κοίταξε αυστηρά και μου είπε “Δεν αυτοκτόνησε, πέθανε από την καρδιά της. Είχε πρόβλημα στην καρδιά της”. Για λίγο το πίστεψα, αλλά μετά κατάλαβα ότι μου είχε πει ψέματα. Κατάλαβα ότι δεν έχουμε λέξεις για να μιλήσουμε για την αυτοκτονία. 


Μια μέρα όταν ήμουν φοιτήτρια είχα πάει στο σπίτι της θείας μου και βάζοντας γάλα στον καφέ το έχυσα στον πάγκο. Η θεία μου πρόσεξε ότι ήμουν αναστατωμένη και με ρώτησε τι έχω. Της είπα ότι ένας πολύ καλός μου φίλος μου έστειλε ένα μήνυμα ότι δεν θα μπορέσουμε να βρεθούμε γιατί ένας φίλος του που είχα γνωρίσει κι εγώ αυτοκτόνησε. Η θεία μου με κοίταξε στωικά και μου είπε “Α, τον ηλίθιο”. Η θεία μου νοιαζόταν για μένα και ήθελε να μου δείξει ότι η αυτοκτονία δεν είναι κάτι που οι έξυπνοι άνθρωποι πρέπει να σκέφτονται και ότι η κοινωνία το αποδοκιμάζει. Αυτό που δεν ήξερε η θεία μου ήταν ότι κι εγώ η ίδια το είχα σκεφτεί εκείνη την περίοδο γιατί είχα αδιάγνωστη κατάθλιψη. Τότε κατάλαβα ότι δεν έχουμε λέξεις για να μιλήσουμε για την αυτοκτονία. 


Γιατί δεν έχουμε λέξεις;


Ίσως γιατί αν αρχίσουμε να τις ψάχνουμε, θα πρέπει να βουτήξουμε σε έναν πόνο που μας τρομάζει. Αλλά σήμερα, έχοντας περάσει στην απέναντι όχθη, ξέρω ότι το να βρούμε αυτές τις λέξεις είναι ζήτημα ζωής.


Δεν έχουμε λέξεις αφενός γιατί η αυτοκτονία έχει πολλά θύματα. Και αφετέρου γιατί δεν έχουμε συνηθίσει έναν κόσμο που οι έννοιες του θύτη και του θύματος δεν έχουν πια νόημα. Μέχρι το τέλος του άρθρου θα καταλάβετε γιατί πρέπει να σκεφτούμε “out-of-the box”/ “έξω από το κουτί” για το θέμα. 


Ποια είναι τα θύματα;

Καταρχάς είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τους ανθρώπους που επηρεάζονται από τον θάνατο -την οικογένεια, τους φίλους, την κοινότητα. Η αυτοκτονία φέρνει μαζί της και ένα ειδικό ψυχολογικό βάρος που δεν υπάρχει σε κάποιους άλλους θανάτους:


Α. Στίγμα. Το στίγμα έχει να κάνει με τη θυματοποίηση και την κοινωνική αποδοκιμασία. Η Ελλάδα είναι μια παραδοσιακή κοινωνία όπου η θρησκεία και η φήμη της οικογένειας παίζουν σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές σχέσεις. Αν πιστεύετε στον Θεό, να θυμάστε ότι οι διδασκαλίες της εκκλησίας αφορούν την προστασία και σωτηρία της πλειοψηφίας του κόσμου σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή. Καθώς η γνώση μέσω της επιστήμης εξελίσσεται, είναι δυνατό να αναζητήσουμε μια νέα πνευματικότητα που θα περιλαμβάνει περισσότερα από τα βιώματά μας. 


Β. Η απόδοση ευθύνης. Η ψυχική υγεία των μελών της οικογένειας συχνά θεωρείται αρμοδιότητα των υπολοίπων μελών της οικογένειας ή και γενικότερα της κοινότητας. Προφανώς μπορεί να υπάρχουν ευθύνες ειδικά σε περιπτώσεις όπου έχει υπάρξει κακοποίηση, όμως το να τοποθετηθεί κάποιος λέγοντας “αυτός/ αυτή φταίει που ο/η Τάδε αυτοκτόνησε” είναι γνωστικά λίγο τεμπελικό και συναισθηματικά αρκετά ανώριμο.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι υπάρχουν αυτοκτονίες μετά από περιπτώσεις κακοποίησης όπως σχολικού εκφοβισμού και ενδοοικογενειακής βίας. Δείτε εδώ την απόφαση-σταθμό για την καταδίκη ενός άντρα από δικαστήριο της Αγγλίας επειδή η γυναίκα του αυτοκτόνησε μετά από κακοποίηση. Αλλά θα πρέπει να είμαστε τόσο προσεκτικοί στη διάκρισή μας όσο και οι εκπαιδευμένοι δικαστές της υπόθεσης.


Η αυτοκτονία είναι πάντα πολυπαραγοντική και το ανθρώπινο μυαλό προσπαθεί να αποφύγει το άβολο αίσθημα της αβεβαιότητας που απαιτεί η διάκριση και διαβάθμιση των παραγόντων -κάτι όμως που πρέπει να κάνουμε και θα το κάνουμε. 


Γ. Το ανεπεξέργαστο τραύμα. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και η επαφή με ανθρώπους που έχουν αυτοκτονήσει είναι πολύ πιο συχνές από όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Η καθηγήτρια μου και η θεία μου χρησιμοποίησαν μηχανισμούς άμυνας (η πρώτη άρνηση και η δεύτερη επίθεση στον χαρακτήρα) όχι γιατί δεν ήθελαν να βοηθήσουν εμένα, αλλά επειδή δεν είχαν καταφέρει να έχουν μια μη τραυματισμένη αντίδραση πάνω στο ζήτημα. 


Θύματα της αυτοκτονίας είναι επίσης τα άτομα που χάνουν τη ζωή τους από αυτήν. Πολλά αυτά είναι θύματα κατάθλιψης. Η κατάθλιψη, γνωσιακά, είναι διαταραχή επεξεργασίας πληροφοριών -δηλαδή υπάρχουν αρνητικά μοτίβα σκέψης. Σε νεαρότερες ηλικίες μάλιστα η κατάθλιψη μπορεί να είναι πλήρως λειτουργική, δηλαδή το παιδί να φαίνεται ότι συνεχίζει τη ζωή τους στα πλάισια του “φυσιολογικού”. Καθώς η διαχείρηση των συναισθημάτων είναι ανώριμη, η θλίψη μπορεί να εμφανίζεται ως θυμός ή άγχος -κάτι που συχνά μεταφράζεται ως “αναμενόμενο για την ηλικία”. 


Αυτό που συμβαίνει στον αυτοκτονικό ιδεασμό λόγω κατάθλιψης είναι η γνωσιακή στένωση που οδηγεί στην απελπισία. Ο άνθρωπος δεν βλέπει καμία άλλη εναλλακτική λύση για να σταματήσει ο πόνος. Δεν θέλει απαραίτητα να πεθάνει· θέλει να σταματήσει να υποφέρει, και ο εγκέφαλος, λόγω της διαταραχής, του παρουσιάζει τον θάνατο ως τη μοναδική λογική διέξοδο. 


Αν το άρθρο αυτό σε πίεσε συναισθηματικά, άφησε για λίγο τη θεωρία. Κάνε κλικ εδώ και διάβασε 100 λόγους για να είσαι ζωντανός/ή. Είναι μικρές, καθημερινές άγκυρες για να κρατηθείς όρθιος/η σήμερα. Μπορείς να κάνεις ένα σχόλιο και να προσθέσεις και τον δικό σου λόγο.


Οι άνθρωποι λοιπόν που χάνουν τη ζωή τους είναι θύματα αυτής της γνωσιακής στένωσης, αλλά και, σε πολλές περιπτώσεις, ενός έντονου παρορμητισμού που συνδυάζεται με περιστασιακή ή μόνιμη μοναξιά. Όταν μεγάλωνα εγώ στην Ελλάδα, τη δεκαετία του ‘90 και ‘00, υπήχε ένα θετικό πρόσημο στη λέξη “αυθόρμητος” σαν να ήταν καλό να μην σκέφτεσαι πριν δράσεις, επειδή έτσι “είσαι ο εαυτός σου”. Όπως υπήρχε και ένα θετικό πρόσημο στη λέξη “κοινωνικός”, οι άνθρωποι χωρίς κοινωνική ζωή θεωρούνταν προβληματικοί.


Και τα δύο δεν ισχύουν. Ούτε είναι καλό να είσαι ο εαυτός σου ειδικά όταν ανώριμος πόσο μάλλον όταν έχεις διαταραχές διαθέσεις και γνωσιακες διαταραχές, ούτε είναι κακό να μην έχεις κοινωνική ζωή ειδικά σε μικρές ηλικίες ή όταν βρίσκεσαι σε καταστάσεις που δεν μπορείς να ταιριάξεις με ανθρωπους.


Δεν ξέρω αν αυτά έχουν αλλάξει καθόλου, αλλά ξέρω ότι η κουλτούρα/ το περιβάλλον μπορεί να αυξήσει, να μειώσει ή να αλλάξει την ποιότητα της έκφρασης αυτών των πανανθρώπινων συναισθημάτων. 


Πρέπει να αναφέρουμε ότι ο παρορμητισμός αφορά συχνά τη στιγμή της πράξης (της εκτέλεσης), ενώ το υπόβαθρο χτιζόταν για καιρό. Κυρίως σε εφήβους ή υπό την επήρεια ουσιών μπορεί να έχουμε μικρότερη διάρκεια αυτοκτονικού ιδεασμού πριν την πράξη, αλλά η κλινική πραγματικότητα δείχνει ότι ο αυτοκτονικός ιδεασμός είναι συχνά μια μακρά, βασανιστική και άκρως προσχεδιασμένη διαδικασία (suicidal ideation & planning)


Τόσο η γνωσιακή όσο και η συναισθηματική διαταραχή είναι εξίσου σοβαρές με οποιαδήποτε οργανική ασθένεια. Με αυτή την έννοια, η μεταφορά της καθηγήτριάς μου ότι “η Στέφη πέθανε από την καρδιά της” είχε μια βαθύτερη, έστω και ασυνείδητη, αλήθεια: η κατάθλιψη πλήττει ένα όργανο —τον εγκέφαλο— εξίσου βίαια. Η κρίσιμη διαφορά με ένα ξαφνικό έμφραγμα είναι ότι η ψυχική νόσος μπορεί να προληφθεί και να θεραπευτεί αν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση. Βέβαια, εδώ κρύβεται η μεγάλη δυσκολία: πολλές φορές η κατάθλιψη είναι πλήρως λειτουργική και δεν «προειδοποιεί» με τον κλασικό τρόπο, ή το περιβάλλον δεν είναι εκπαιδευμένο να δει τα κρυφά σημάδια. Η εξίσωση με μια σωματική ασθένεια είναι απαραίτητη για έναν και μόνο λόγο: για να εξαλείψουμε το στίγμα και να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος υποφέρει από κάτι που τον ξεπερνά, ώστε να ζητήσει βοήθεια έγκαιρα.


Τέλος, θύματα της αυτοκτονίας είναι και όσοι επιζούν από απόπειρα γιατί συχνά πρέπει να ζήσουν με σωματικές βλάβες από την απόπειρα, αλλά και με σύγχυση για τους ρόλους των ανθρώπων που είχαν σχέση που συχνά οδηγεί στο “Τρίγωνο του Δράματος” (ποιος ήταν το θύμα, ποιος ο θύτης, και ποιος ο σωτήρας), κάτι που δεν βοηθάει στην ανάκαμψη από το τραύμα.


Συχνές (λάθος) ερωτήσεις

Τι έλεγε το σημείωμα;


Για κάποιο λόγο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το τελευταίο σημείωμα που αφήνει ένας άνθρωπος σε συναισθηματική και γνωστική διαταραχή θα δώσει απαντήσεις. Υπάρχουν μερικά σενάρια που πρέπει να γνωρίζουμε πριν διαβάσουμε το σημείωμα:


Α. Το σημείωμα να αναφέρεται σε ένα περιστατικό που “ξεχείλισε το ποτήρι” ή ήταν “το κερασάκι στην τούρτα” στη συναισθηματική δυσφορία. Προφανώς αν αυτό το περιστατικό από μόνο του ήταν ικανό να κάνει κάποιον να αυτοκτονήσει, θα είχαν αυτοκτονήσει όσοι άνθρωποι είχαν βιώσει την ίδια εμπειρία (και στατιστικά είναι πολλοί). 

Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι αν δεν υπήχε αυτό το περιστατικό το θύμα θα σωζόταν. Αν δεν υπήρχε αυτό το περιστατικό, θα υπήρχε κάποιο άλλο. Χωρίς την έγκαιρη παρέμβαση ειδικού η απόπειρα είναι απλά θέμα χρόνου. 


Β. Το σημείωμα να αναφέρεται σε άσχετο περιστατικό ή κατάσταση από αυτό που προκάλεσε την δυσφορία του θύματος για να μην στεναχωρήσει κάποιους ή για να μην αποκαλύψει κάτι για τον εαυτό του. Αυτό πολλοί άνθρωποι το υποψιάζονται, για αυτό πολλές φορές λένε “δεν ήταν αυτό, εγώ ξέρω ότι ήταν το άλλο”. Η αλήθεια όμως είναι ότι η αυτοκτονία μας στερεί τη δυνατότητα να ξέρουμε οτιδήποτε πέρα από το ότι το θύμα είχε αρρύθμιστα συναισθήματα και διαστρεβλωμένες σκέψεις. Δημιουργεί ένα άβολο συναίσθημα να μην ξέρεις την αλήθεια, αλλά αυτή είναι η αλήθεια: Δεν ξέρεις. 


Γ. Το σημείωμα να έχει καθαρά πρακτικό ή διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Τέτοια σημειώματα περιέχουν κωδικούς τραπεζών, οδηγίες για την κηδεία, πού βρίσκονται τα έγγραφα ή τι να κάνουν με το κατοικίδιο. Αυτό δείχνει απλώς τη γνωσιακή αποσύνδεση και τίποτα άλλο. 


Δ. Το σημείωμα να είναι είτε ένα σημείωμα κατηγορητηρίου είτε ένα σημείωμα απολύτρωσης. Υπάρχουν σημειώματα που γράφονται με ξεκάθαρο στόχο να προκαλέσουν ενοχή (π.χ. "Εσύ με οδήγησες εδώ", "Τώρα θα πληρώσεις για όσα μου έκανες"). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το σενάριο "δεν θέλω να στενοχωρήσω τους γονείς μου" και αποτελεί μια επιθετική πράξη της διαταραγμένης σκέψης. 

Υπάρχουν επίσης σημειώματα που δείχνουν ότι ο αυτόχειρας είναι πεπεισμένος ότι αποτελεί βάρος για τους γύρω του. Για τον ίδιο, η πράξη του είναι μια πράξη αγάπης και θυσίας, όσο διαστρεβλωμένο κι αν ακούγεται.

Αυτά τα δύο τα βάζω στην ίδια κατηγορία γιατί έχουν τις ίδιες γνωσιακές στρεβλώσεις (black and white thinking, catastrophising, blaming).



Σε γενικές γραμμές σπάνια ένα θύμα θα έχει τη διαύγεια να μας δώσει τα εργαλεία να καταλάβουμε τι του συνέβη -αν μπορούσε θα είχε βρει και τρόπο να ζητήσει βοήθεια. 


Η αλήθεια που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι κανένα σημείωμα δεν γράφεται με πραγματική διαύγεια. Είναι αποτυπώματα μιας προσωρινής γνωσιακής καταιγίδας. Και το κλειδί είναι αυτό: είναι προσωρινή. Ο πόνος που σήμερα φαίνεται μόνιμος και οδηγεί σε τέτοια σημειώματα, με τη σωστή βοήθεια υποχωρεί, και η σκέψη ξαναβρίσκει το φως της.


Πού ήταν οι γονείς;


Στην εξαιρετική ανάλυση που έκανε η Αγνή Μαριακάκη στο βίντεό της για την υπόθεση της διπλής αυτοκτονίας στην Ηλιούπολη, είπε ότι πολλά παιδιά που πεθαίνουν από αυτοκτονία προέρχονται από οικογένειες με αγάπη και αρχές. Επεσήμανε ότι γίνονται ευαίσθητα παιδιά που όμως δεν θέλουν να στενοχωρήσουν τους γονείς τους και για αυτό δεν μοιράζονται τις σκέψεις που δεν μπορούν να διαχειριστούν.


Ενώ σωστά η ανάλυση της Αγνής Μαριακάκη αποσκοπεί στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας στα παιδιά, μπορεί να εκληφθεί ως μια έμμεση κατηγορία στους γονείς -ότι μεγαλώνουν ‘snowflakes’. Αυτό παραγνωρίζει ότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν εύθραυστα (fragile), αντιθέτως ζούσαν για μέρες, μήνες ή και χρόνια με αβάσταχτο πόνο. Είναι άδικο να κρίνουμε κάποιον ως εύθραυστο από τη συγκεκριμένη στιγμή της κλιμάκωσης της αδυναμίας, του πόνου και της ατυχίας. Το ίδιο άτομο, αν είχε επιβιώσει, πολλές φορές χωρίς ποτέ κανείς να μάθει για την απόπειρα, θα μπορούσε αργότερα να χαρακτηριστεί ως υπόδειγμα ανθεκτικότητας. 


Αυτό που ξέρουμε είναι τα θύματα είχαν πόνο που δεν μπορούσαν να τον βάλουν σε λόγια. Και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ούτε αυτά, ούτε τις οικογένειές τους. Μόνο ως κοινωνία μπορούμε να ψυχοεκπαιδευτούμε σε διάφορα θέματα π.χ. ρύθμιση συναισθημάτων, διαφορές προσωπικότητας, έλλειψη στίγματος για την ψυχική υγεία. Αυτό θα αλλάξει το τι η κοινωνία θεωρεί “φυσιολογικό” και τι η ψυχολογία θεωρεί “αναπόφευκτο στάδιο ανάπτυξης”.


Είναι στατιστικά βέβαιο ότι υπάρχουν γονείς που κακοποίησαν ή παραμέλησαν τα παιδιά τους και αυτά πέθαναν από αυτοκτονία, αλλά αυτό το ξέρουν μόνο όσοι ειδικοί γνωρίζουν τη συγκεκριμένη οικογένεια. Η ερώτηση “πού είναι οι γονείς;” υποννοεί ότι έχουμε μια έτοιμη κοινωνική απάντηση που στο μόνο πράγμα που βοηθάει είναι να αισθανθούμε εμείς καλύτερα -πουθενά αλλού.

Μα ποιος φταίει τελικά;


Πολλοί άνθρωποι θέλουν να μάθουν “ποιος φταίει” ή “τι φταίει” ώστε να φτιάξουν τα πράγματα και να μην συμβεί και σε αυτούς και στους αγαπημένους τους. Ενώ αυτό είναι κατανοητό, η απόδοση ευθυνών είναι παραπλανητική: Πρώτον, δεν είναι δική τους δουλειά η ψυχική ιστορία ενός εκλιπόντος. Δεύτερον, δεν μπορούμε να κάνουμε κοινωνική ανάλυση από μια ιστορία κάποιου -υπάρχουν μελέτες που δείχνουν τις κοινωνικές συνθήκες της συμπεριφοράς της αυτοκτονίας, οι οποίες έτσι κι αλλιώς για τον πολύ κόσμο είναι υπερβολικά θεωρητικές για να κάνουν κάτι για αυτές. Τρίτον, τα πράγματα μπορούν να φτιάξουν με ένα απλό βήμα, χωρίς να ξέρετε ποιος φταίει: Την αυτοσυμπόνια. 


Να καθίσεις με τον πόνο σου. Η θεία μου και η καθηγήτρια μου απάντησαν έτσι επειδή δεν μπορούσαν να παραδεχτούν πόσο πολύ είχαν ταραχτεί και οι ίδιες. Θα έπρεπε να δείξουν αγάπη στον εαυτό τους και να ηρεμήσουν, πριν μπορέσουν να ηρεμήσουν ένα παιδί (εμένα). 


Μια απλή απάντηση θα ήταν “Λυπάμαι πολύ για αυτό. Δεν έχω λόγια. Πώς μπορώ να βοηθήσω;” Και ίσως τότε θα μοιραζόμασταν και οι δύο τον πόνο μας και θα καθόμασταν δίπλα-δίπλα γνωρίζοντας πως το περνάμε μαζί. 

Μέσα από αυτό το μοίρασμα, θα άνοιγε ο δρόμος για να αναζητήσουμε απαντήσεις από ειδικούς, χωρίς τον φόβο της ντροπής.

Γιατί μετά από την αυτο-συμπόνια έρχεται η δράση στην κοινότητα. Εκεί ξεκινά η πραγματική ψυχοεκπαίδευση: μακριά από προκαταλήψεις για το τι σημαίνει να είσαι θύμα και μακριά από εύκολες λύσεις τύπου ‘blame game’. Με παρουσία, έλλειψη επίκρισης και ευαλωτότητα.



Η ερώτηση που ΔΕΝ κάναμε

Τι γίνεται στην ιατρικά υποβοηθούμενη επιλογή;


Η κοινωνία που αρνείται να συζητήσει την αυτοκτονία σε κατάσταση γνωσιακής και ψυχικής διαταραχής (λόγω ταμπού), αδυνατεί να ρυθμίσει νομοθετικά την υποβοηθούμενη αυτοκτονία για ανθρώπους με σοβαρά και χρόνια προβλήματα (λόγω δογματισμού).


Η ποιότητα της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας είναι διαφορετική από την αυτοκτονία σε διαταραχή: Η μια είναι επιστημονική διέξοδος από τον πόνο που επιλέγεται μετά από εκτενή διαδικασία με εμπλοκή ειδικών (γίνεται έχοντας διαύγεια), η άλλη είναι υποκειμενική αντιμετώπιση δυσφορίας που επιλέγεται σε κατάσταση δυσλειτουργίας (γίνεται χωρίς να έχουμε διαύγεια).


Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι πράγματι ένα τεράστιο, αυτόνομο ηθικό/νομικό ζήτημα. Δεν θέλω να μπερδέψω τον αναγνώστη που ήρθε εδώ λόγω της "κλασικής" αυτοκτονίας λόγω κατάθλιψης. Αλλά είναι ο ίδιος που θα κληθεί να λάβει αποφάσεις για το θέμα και πρέπει να έχει διαχωρίσει ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά πράγματα. Για να σκεφτείτε και να καταλάβετε τη διαφορά ακούστε την ψυχοεκπαιδευτική συνέντευξη της Maria Rolls εδώ


Είναι κρίσιμο να ξεκαθαρίσουμε ότι ο ψυχικός πόνος της κατάθλιψης, όσο αβάσταχτος κι αν μοιάζει αυτή τη στιγμή, δεν είναι μια ανίατη σωματική νόσος τελικού σταδίου· είναι μια κατάσταση αναστρέψιμη που θεραπεύεται. Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία αφορά τελείως διαφορετικές ιατρικές πραγματικότητες και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επιλογή ή απάντηση στην ψυχική οδύνη.



Αυτό το άρθρο σε έκανε να αισθανθείς άβολα;

Αν ναι, θα πρέπει να το συζητήσεις -αλλά όχι μαζί μου ούτε με μη-ψυχοεκπαιδευμένους ανθρώπους, θα καλέσεις τη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία στο 1018. Αν διαβάζεις αγγλικά δες αυτές τις πηγές:

https://www.rbkc.gov.uk/health-and-social-care/public-health/suicide-prevention/suicide-prevention-online-resources-and-further-training



Αν το άρθρο σε έκανε να αισθανθείς άβολα κυρίως γνωσιακά και όχι συναισθηματικά, αυτό είναι καλό. Κάνε μια βόλτα στη φύση, δες μια ταινία και ξαναδιάβασε το.


Η αυτοκτονία δεν είναι ταμπού, είναι ένα ζήτημα προς συζήτηση. 


Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους» - πρώτο σε πωλήσεις

 Το «Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους» βγήκε πρώτο σε πωλήσεις τον Μάιο — έναν ολόκληρο χρόνο μετά την κυκλοφορία του.

Πέρα από τη χαρά της πρωτιάς, αυτό μου επιβεβαιώνει κάτι πολύ σημαντικό: η ανάγκη μας να κατανοήσουμε την παθολογία στις σχέσεις και να μειώσουμε τη βλάβη που προκαλούν, είναι τεράστια. Το ότι επιλέγετε αυτό το βιβλίο ξανά και ξανά δείχνει πόσο έτοιμοι είμαστε να ανοίξουμε τον διάλογο για τon ναρκισσιμό και το προφίλ των εμπλεκόμενων μερών.

Σας ευχαριστώ ειλικρινά για την εμπιστοσύνη. Η δημόσια εκπαίδευση για την παθολογία είναι η кαλύτερη προστασία μας. ❤️




Lean In: Από τη Γυναικεία Φιλία στην Ειλικρινή Συμμαχία

 Η ηγεσία δεν θέλει «καλά κορίτσια» ούτε Queen Bees, θέλει γυναίκες που τολμούν να δουν τον καθρέφτη.

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε γυναίκας που έχει σπουδάσει, έχει εργαστεί σκληρά, έχει συνδυάσει τα πάντα — και στέκεται μπροστά σε έναν σταυροδρόμι: να συνεχίσει ή να αποσυρθεί. Για μένα, αυτή η στιγμή ήρθε όταν η μητρότητα και η επαγγελματική αβεβαιότητα φαίνονταν σαν ασυμβίβαστες δυνάμεις. Ήταν τότε που ένα βιβλίο έπεσε στα χέρια μου και με έσπρωξε να παραμείνω στον επαγγελματικό στίβο.

Το βιβλίο ήταν το Lean In της Sheryl Sandberg — της πρώην Επιχειρησιακής Διευθύντριας (COO) της Meta (τότε Facebook), που το εξέδωσε το 2013. Η Sandberg μας προτρέπει να «καθόμαστε στο τραπέζι των αποφάσεων», να παίρνουμε ρίσκα, να επιδιώκουμε τους στόχους μας με αυτοπεποίθηση — αμφισβητώντας τα εσωτερικευμένα κοινωνικά εμπόδια που κρατούν τις γυναίκες μακριά από θέσεις ισχύος. Για μένα, αυτό το μήνυμα δεν ήταν απλώς έμπνευση. Ήταν καταλύτης.

Αλλά αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ τότε, ήταν πόσο πιο πλούσιο — και πιο απαιτητικό — θα γινόταν το μάθημα αφότου μπήκα σε ένα Lean In Circle, δηλαδή μια ομάδα γυναικών που στηρίζει η μία την άλλη στην εργασία, που δεν έμοιαζε με τίποτα από αυτό που περίμενα.

Το Δίκτυο στην Πράξη: Περισσότερα από ένα «Ladies’ Club»

Το Ethnic Minority Women Network στον οργανισμό όπου εργαζόμουν δεν το ίδρυσε κάποια ανώτατη διοίκηση, ούτε ήρθε με budget και ανακοινώσεις. Ξεκίνησε από γυναίκες που αποφάσισαν απλώς να βάλουν τις συναντήσεις τους στο ημερολόγιό τους. Κάθε μέλος που ενδιαφερόταν προστέθηκε σε μια ομάδα. Δεν χρειάστηκαν ειδικές εγκρίσεις, πολύπλοκες δομές ή επίσημη χορηγία — χρειάστηκε μόνο η βούληση να δεσμευτούν σε τακτικές συναντήσεις και  η αποφασιστικότητα να προστατεύσουν τον χρόνο τους για αυτές.

Για τη δομή και το υλικό των συζητήσεων, αντλήσαμε από το LeanIn.org: ατζέντες, ερωτήσεις για αυτογνωσία, πηγές για θέματα καριέρας. Οι συναντήσεις είχαν εναλλασσόμενη προεδρία — κάθε φορά μια διαφορετική γυναίκα αναλάμβανε να καθοδηγήσει τη συζήτηση. Αυτό από μόνο του ήταν μάθημα ηγεσίας.

Τα θέματα που αγγίξαμε ήταν αληθινά: αυθεντικότητα στον χώρο εργασίας, πώς να διεκδικούμε χωρίς να χαρακτηριστούμε «δύσκολες», η εμπειρία του συνδρόμου απατεώνα (imposter syndrome) σε επαγγελματικά περιβάλλοντα που δεν σχεδιάστηκαν για εμάς, πώς να δίνουμε και να λαμβάνουμε εποικοδομητικό feedback. Συζητήσεις που σπάνια γίνονται με τόση ειλικρίνεια στα επίσημα «meeting rooms».

«Δεν χρειάζεστε προϋπολογισμό ή άδεια από τη διοίκηση. Χρειάζεστε μια ομάδα γυναικών, ένα ημερολόγιο, και τη βούληση να παραστείτε — ξανά και ξανά.»


Διαβάστε τη συνέχεια πατώντας κλικ εδώ στο shetalks.gr 







Ποιος φοβάται το DARVO; Ή γιατί αυτοί που μιλούν για τραύμα γίνονται οι πρώτοι στόχοι

 

Από την ψυχοεκπαίδευση στον ακτιβισμό: Γιατί πρώτα χρειαζόμαστε την ψυχολογία και μετά την κοινωνιολογία





Στιγμιότυπο από δημόσιο βίντεο της Θέκλας Πετρίδου σχετικά με τη γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης και τον ναρκισσισμό


1. Το έναυσμα: Πώς ένα «beef» έγινε δομική ανάλυση

Δεν σκόπευα να γράψω γι' αυτό. Παρακολουθούσα από απόσταση ό,τι εξελισσόταν online. Ήξερα τα βασικά, αλλά ήξερα επίσης πόσο εύκολα μια τέτοια εμπλοκή μπορεί να ενεργοποιήσει τα δικά σου τραύματα — ή να σε μετατρέψει σε νέο στόχο για ανθρώπους που αναζητούν μια επόμενη επιφάνεια να χτυπήσουν.

Με αφορά όμως το πώς μια δημόσια σύγκρουση αποκαλύπτει τα βαθύτερα ψυχικά τραύματα της κοινωνίας μας και τους μηχανισμούς με τους οποίους το σύστημα φιμώνει όσους τολμούν να μιλήσουν.

Και η πρόσφατη συζήτηση μου με τη Θέκλα Πετρίδου με έκανε να δω ότι πίσω από το διαδικτυακό «θέαμα» κρύβεται κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ένα μάθημα για το πώς η βαθιά γνώση ψυχολογίας γίνεται αναπόφευκτα κοινωνικός ακτιβισμός.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων: Η ανάλυση που ακολουθεί δεν αποτελεί κλινική διάγνωση προσώπων πίσω από μια οθόνη —κάτι τέτοιο θα ήταν αντιεπιστημονικό και επιπόλαιο— ούτε πηγάζει από κάποια διάθεση εμπλοκής σε «προσωπικές αντιπαραθέσεις». Αποτελεί μια αυστηρά θεωρητική αποτίμηση συμπεριφορικών μοτίβων (patterns) με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία. Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση της Θέκλας Πετρίδου σε βίντεό της δείτε το εδώ στο 1:43:33 λεπτό, το οποίο παρακολούθησαν χιλιάδες θεατές, δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου, αλλά η αφορμή. Είναι η ζωντανή, εμπειρική επιβεβαίωση μιας συστημικής παθογένειας που αξίζει να αναλυθεί.

Η κεντρική θέση που θα υποστηρίξω είναι αυτή: για να κάνουμε ουσιαστικό κοινωνικό ακτιβισμό, πρέπει πρώτα να έχουμε κατανοήσει — και εν μέρει θεραπεύσει — το δικό μας ατομικό τραύμα. Αν αντιστρέψουμε τη σειρά, ο ακτιβισμός μετατρέπεται σε όχημα ασυνείδητης εκδίκησης και υποστήριξης ανθρώπων με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά. Και τότε δεν υπηρετεί κανέναν — ούτε τον «σκοπό», ούτε τα πραγματικά θύματα, ούτε τελικά τον εαυτό μας.


2. Η ψηφιακή αρένα: Ανωνυμία και ο «κοινοτικός» ναρκισσισμός

Το διαδίκτυο προσφέρει κάτι που ο πραγματικός κόσμος δεν επιτρέπει τόσο εύκολα: την αόρατη παρουσία. Πίσω από ένα προφίλ χωρίς πρόσωπο, μπορεί να κρυφτεί οποιοσδήποτε — και αυτό είναι ιδιαίτερα ελκυστικό για συγκεκριμένες προσωπικότητες.

Υπάρχει ένας τύπος που συνήθως αναφέρεται ως «κοινοτικός ναρκισσιστής»: κάποιος που κάνει «καλό» δημόσια, αλλά όχι γιατί τον ενδιαφέρει πραγματικά η αδικία. Τον ενδιαφέρει η εικόνα που χτίζει γύρω από το «καλό». Η δημόσια υπεράσπιση των αδύνατων, η αντιπαράθεση με τον «κακό», το να είναι ο «ήρωας της ημέρας» — όλα αυτά είναι η ναρκισσιστική του τροφοδοσία με μια ανωνυμία που του επιτρέπει να μη ρισκάρει ούτε την εικόνα του ούτε τίποτα άλλο.

Αυτός ο τύπος δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. Μιλά με τη σωστή ορολογία, χρησιμοποιεί τα σωστά hashtags, εμφανίζεται στο σωστό «στρατόπεδο». Αλλά αν κοιτάξεις από κοντά, θα παρατηρήσεις ότι η κατεύθυνση της επίθεσής του δεν ακολουθεί τη λογική της δικαιοσύνης — ακολουθεί τη λογική της μεγαλύτερης βλάβης στον στόχο.

Και όταν ο στόχος κερδίζει στα επιχειρήματα ουσίας, τότε η ανωνυμία και η ατιμωρησία επιτρέπουν την επίθεση στον χαρακτήρα (επίθεση ad hominem).


3. Reality check: Γιατί η Θέκλα Πετρίδου δεν είναι ναρκισσίστρια

Μία από τις πιο επικίνδυνες διαστρεβλώσεις στον δημόσιο διάλογο είναι η εξομοίωση: το να φέρνεις στο ίδιο επίπεδο τον θύτη και το θύμα επειδή «και οι δύο φωνάζουν». Αυτό είναι, ακριβώς, ψευδοϊσορροπία.


Πρώτο κριτήριο: η ευαλωτότητα. Οι ναρκισσιστές δεν τσαλακώνονται. Δεν παραδέχονται τραύμα με τρόπο που τους μειώνει μπροστά στους άλλους — γιατί αυτό απειλεί το μεγαλειώδες τους image. Η Θέκλα εκτίθεται και τσαλακώνεται. Αυτό, μόνο αυτό, αρκεί ως ένδειξη ότι δεν λειτουργεί ναρκισσιστικά.


Δεύτερο κριτήριο: η συμπεριφορά των πραγματικών θυμάτων. Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί βαθύ ναρκισσιστικό τραύμα συνήθως φοβούνται. Κρύβονται. Δεν οργανώνουν συντονισμένες ψηφιακές εκστρατείες, δεν επιτίθενται, δεν χτίζουν «κόμματα» κατά κάποιου. Αναζητούν απαντήσεις για να επιβιώσουν, όχι κοινό για να θριαμβεύσουν.

Επομένως, το προφίλ αυτών που επιτίθενται στη Θέκλα — και στις γυναίκες σαν αυτήν — δεν μοιάζει με προφίλ θυμάτων του υποτιθέμενου ναρκισσισμού της. 


Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια σαφή διάκριση: Στην πραγματική ζωή ένα πραγματικό θύμα μπορεί να αντιδράσει σπασμωδικά, οργισμένα ή ακόμη και επιθετικά. Αυτό είναι μια άμυνα επιβίωσης, όχι ναρκισσισμός.

Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε ένα αντιδραστικό θύμα και σε έναν θύτη (ή στους βοηθούς του) έγκειται στη δομή της συμπεριφοράς. Δεν μιλάμε για κλινικές διαγνώσεις προσώπων πίσω από μια οθόνη —κάτι τέτοιο ανήκει αποκλειστικά στους ειδικούς ψυχικής υγείας σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Μιλάμε για την ανάλυση ορατών, συμπεριφορικών μοτίβων (patterns).

Και εδώ εισέρχονται δύο καθοριστικά κριτήρια που ξεμπροστιάζουν την ψευδοϊσορροπία:

Πρώτον, η αναζήτηση του αρχικού επιτιθέμενου (primary aggressor): Ποιος άνοιξε τον κύκλο της εχθρότητας; Ποιος ένιωσε την ανάγκη να εισβάλει στον ζωτικό ή επαγγελματικό χώρο του άλλου για να τον μειώσει;

Δεύτερον, η φύση των ερεθισμάτων (triggers): Όταν το πραγματικό θύμα αντιδρά —ακόμη και σπασμωδικά— το κάνει επειδή ενεργοποιούνται triggers που απειλούν την ασφάλειά του, την αξιοπρέπειά του ή την αλήθεια των γεγονότων που βίωσε. Αντίθετα, ο ναρκισσιστής θύτης (ή οι βοηθοί του) "πυροδοτείται" αποκλειστικά από οτιδήποτε απειλεί την αίσθηση αυτοσημαντικότητάς του (narcissistic injury) και το δικαίωμά του να ελέγχει το αφήγημα.

Και αυτό που παρατηρούμε στην ψηφιακή αρένα δεν είναι η σπασμωδική κραυγή ενός πληγωμένου ανθρώπου, αλλά μια οργανωμένη, μεθοδική και κακόβουλη εκστρατεία εξόντωσης χαρακτήρα. Αυτό το μοτίβο δεν πηγάζει από τραύμα· πηγάζει από τη στρατηγική του DARVO που θα δούμε παρακάτω.


Τρίτο κριτήριο: η συμπεριφορά των ανθρώπων που προστατεύουν τα θύματα . Το προφίλ αυτών που επιτίθενται στη Θέκλα δεν μοιάζει ούτε με το προφίλ των μαχητών ενάντια στον ναρκισσισμό. Οι μαχητές ενάντια στον ναρκισσισμό είναι άνθρωποι που δεν έχουν στοχοποιηθεί και στηρίζουν τα θύματα. Το προφίλ τους περιλαμβάνει αυτο-αποτελεσματικότητα και συναισθηματική σταθερότητα κάτι που δεν συνάδει με κακοήθεια όπως επιθέσεις για την εμφάνιση. Ξέρουν ότι για να νικήσουν τον ναρκισσιστή θα πρέπει πρέπει να κάνουν αυτό που η νομικός Rebecca Zung, αποκαλεί «ηθική χειραγώγηση του χειραγωγού», η οποία βασίζεται στα νομικά και επικοινωνιακά όρια και όχι στη λασπολογία.


Το προφίλ αυτών των ανθρώπων μοιάζει με θύτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τους γνωστούς στη βιβλιογραφία ως flying monkeys: άτομα που αναλαμβάνουν εθελοντικά να συντηρούν και να επεκτείνουν την επίθεση εκ μέρους κάποιου άλλου, ξεπερνώντας κάθε ηθικό και νόμιμο όριο κριτικής.

Με την ψυχοεκπαίδευση μπορούμε να μην γίνουμε flying monkeys άθελά μας.



Διάγραμμα ροής του μηχανισμού DARVO στα ελληνικά: Άρνηση, Επίθεση, Αντιστροφή Θύματος και Θύτη

4. Η γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης: Από την εργαλειοποίηση στον εκδημοκρατισμό — και το DARVO

Στη συζήτηση που κάναμε η Θέκλα μου είπε ανοιχτά κάτι που πολλοί δεν τολμούν να παραδεχτούν: ότι αποφεύγει πλέον να χρησιμοποιεί τον όρο «ναρκισσιστής» ως χαρακτηρισμό για τους άλλους. Κι αυτό, επειδή το έχουν κάνει και στην ίδια. Η ίδια η λέξη που υποτίθεται ότι περιγράφει τον θύτη χρησιμοποιήθηκε ως όπλο εναντίον της.

Αυτό δεν είναι τυχαίο. Έχει όνομα.

DARVO: Deny, Attack, and Reverse Victim and Offender — Άρνηση, Επίθεση και Αντιστροφή Θύματος και Θύτη. Είναι ένας μηχανισμός που έχει μελετηθεί εκτενώς στην ψυχολογία του τραύματος και εξηγεί τι κάνει ένα τοξικό σύστημα ή ένα τοξικό άτομο όταν στριμωχτεί: δεν απολογείται. Αρνείται κατηγορηματικά («δεν έγινε τίποτα»), επιτίθεται στον καταγγέλλοντα («εσύ είσαι το πρόβλημα») και, τέλος, αντιστρέφει τους ρόλους, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της «άδικης επίθεσης» που δέχεται.

Η Θέκλα μίλησε. Το σύστημα απάντησε: «Εσύ είσαι η τοξική». 

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η συγγραφέας Ρένα Λούνα που έγραψε για τον σεξισμό του Καραγάτση. Το σύστημα της απάντησε: «Εσύ είσαι η επιθετική». Αυτό δεν είναι αντίλογος, δεν είναι διάλογος, δεν είναι κριτική. Είναι η κλασική, σχολική εφαρμογή του DARVO σε δημόσια θέα — με τη γλώσσα της ψυχολογίας να χρησιμοποιείται ως πολεμικό εργαλείο ακριβώς ενάντια σε αυτούς που ήθελε να βοηθήσει.

Και αυτός είναι ο πιο ύπουλος μηχανισμός: δεν καταστρέφει μόνο την αξιοπιστία του θύματος. Καταστρέφει και τον ίδιο τον όρο. Κάνει τα πραγματικά θύματα να φοβούνται να τον χρησιμοποιήσουν, μήπως και αυτά κατηγορηθούν ότι κάνουν το ίδιο. Έτσι η σιωπή εδραιώνεται.

Όταν ακόμη και άνθρωποι με βαθιά γνώση και προσωπική εμπειρία από τη διαδικτυακή τοξικότητα φτάνουν στο σημείο να αμφισβητούν ή να περιορίζουν τη χρήση λέξεων όπως «τοξικός» και «ναρκισσιστής», όπως η Ρένα Λούνα σε παλαιότερα κείμενά της σε κλειστή κοινότητα, αντιλαμβανόμαστε την πλήρη επιτυχία του DARVO. Το σύστημα δεν καταφέρνει μόνο να φιμώσει το θύμα· καταφέρνει να «μολύνει» την ίδια τη γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης. Αναγκάζει τους ανθρώπους που έχουν υποστεί κακοποίηση να αυτολογοκρίνονται και να φοβούνται να ονομάσουν το βίωμα τους, μήπως και κατηγορηθούν οι ίδιοι για την τοξικότητα που κατήγγειλαν. Έτσι, η σιωπή εδραιώνεται, όχι επειδή λείπουν οι λέξεις, αλλά επειδή οι λέξεις έχουν μετατραπεί σε όπλα αντιστροφής της αλήθειας.

Έχουν φυσικά δίκιο όσοι λένε ότι η αλόγιστη χρήση όρων όπως «τοξικός» ή «ναρκισσιστής» από μη-ψυχοεκπαιδευμένους ανθρώπους είναι πράγματι πρόβλημα. Αλλά η λύση δεν είναι να απαγορευτούν οι όροι. Η λύση είναι να τους κατανοήσουμε σωστά — ώστε το κοινό να αναγνωρίζει αμέσως το DARVO όταν το βλέπει, και να μη χειραγωγείται με την αντιστροφή της αλήθειας.

Ο ναρκισσισμός χρειάζεται να συζητείται με την ίδια άνεση και αντικειμενικότητα που συζητάμε για τη ΔΕΠΥ ή τον Αυτισμό — όχι ως βρισιά, όχι ως εργαλείο ακύρωσης, αλλά ως κλινική και συμπεριφορική πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει εκδημοκρατισμός: η ψυχολογική εκπαίδευση δεν πρέπει να παραμείνει προνόμιο κάποιων. Πρέπει να γίνει κτήμα του δημόσιου διαλόγου.

*Εδώ δεν χρησιμοποιούμε τα πραδείγματα για να κρίνουμε τις προσωπικές αποφάσεις, αλλά για δούμε πώς η ίδια η γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης μετατρέπεται από δικαίωση θυμάτων σε εργαλείο αντιστροφής της αλήθειας.


5. Μορφή vs ουσία: Ο σεξισμός ως ασπίδα του status quo

Υπάρχει πάντα μια διαφορά ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται να είναι ο στόχος της επίθεσης και σε αυτό που πραγματικά είναι ο στόχος.

Όταν μια γυναίκα που μιλά δημόσια δέχεται σχόλια για την εμφάνισή της, για την ηλικία της, για τον τόνο της φωνής της — αυτό δεν είναι κριτική. Είναι αποπροσανατολισμός. Τα εργαλεία της ψηφιακής παρενόχλησης — η χλεύη, ο σεξισμός, η επίθεση στα εξωτερικά χαρακτηριστικά και στον τρόπο ζωής — είναι φθηνά και αποτελεσματικά. Δεν χρειάζονται επιχείρημα. Στοχεύουν στο να μετατοπίσουν την ατζέντα από το «τι λες» στο «ποια είσαι». 

Μπορεί ο σεξισμός να είναι το όχημα, αλλά το πραγματικό «έγκλημα» της Θέκλας — και κάθε γυναίκας που σπάει τη σιωπή της — δεν είναι ότι μίλησε δημόσια ως γυναίκα. Πολλές γυναίκες μιλάνε δημόσια και στηρίζουν το σύστημα χωρίς αντίποινα. Το πρόβλημα είναι όταν οι γυναίκες πειράζουν κατεστημένες δομές εξουσίας. 

Οι πραγματικά τοξικοί άνθρωποι και οι άνθρωποι με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά έχουν έμφυτη αντίληψη των σχέσεων εξουσίας και αντιλαμβάνονται ακόμα και την απλή παράθεση γεγονότων (π.χ. ότι ένα άτομο επιδικνύει συμπεριφορές που το κατατάσσουν κάτω από μία διαταραχή προσωπικότητας, ή ότι ένα έργο του περασμένου αιώνα αποτύπωνε μια σεξιστική οπτική) ως απειλή στο δικό τους κύρος.

Απειλή στο status quo για αυτούς σημαίνει ότι θα επιτεθούν στη φόρμα: θα προσπαθήσουν να κόψουν την έκθεση, ν’ ακυρώσουν το πρόσωπο, ώστε ο κόσμος να μην ασχοληθεί με την ουσία. 

Οι τοξικοί άνθρωποι γνωρίζουν πολλοί καλά ότι ο κόσμος συμπαθεί ή αντιπαθεί τα θύματα με βάση τις κοινωνικές προκαταλήψεις («τι φορούσε», «τι άλλα ελαττώμματα χαρακτήρα είχε») και πιστεύουν ότι σίγουρα θα βρουν κάτι για να στρέψουν τα φώτα της κοινής γνώμης πάνω σε κάτι άσχετο αλλά συνήθως κατακριτέο για το θύμα —  και μακριά από τη δική τους συμπεριφορά και την αλήθεια των λόγων του θύματος. 

Αυτόν τον μηχανισμό τον γνωρίζουμε. Τον έχουμε δει σε δράση ξανά και ξανά. Και παρ' όλα αυτά, κάθε φορά λειτουργεί — ακριβώς γιατί οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε εκπαιδευτεί να το αναγνωρίζουμε ως τακτική αντί για ως αλήθεια.


Το εξώφυλλο του βιβλίου Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο του Άρθουρ Σοπενχάουερ
Οι στρατηγικές χειραγώγησης έχουν βαθιές ρίζες στον χρόνο

Φωτογραφία της σελίδας 135 από το βιβλίο του Σοπενχάουερ που αναλύει την ad hominem επίθεση και την προσβολή της προσωπικότητας
Σελίδα 135: Όταν και το τελευταίο επιχείρημα χάνεται, η επίθεση μετατοπίζεται στο πρόσωπο (ad hominem).
Ο ορισμός του ναρκισσιστικού status quo με ορολογία δύο αιώνων πίσω.





6. Συμπέρασμα: Πρώτα η ψυχική εκπαίδευση, μετά οι μάχες

Αυτό που κάνει η Θέκλα Πετρίδου με τις επιστολές για θεσμική ρύθμιση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα είναι το ακριβές παράδειγμα για το οποίο μιλάω. Είναι η στιγμή που το προσωπικό παράπονο μετατρέπεται σε θεσμική θωράκιση. Είναι η μετάβαση από «πάσχω» σε «αλλάζω τους κανόνες για να μην πάσχει ο επόμενος».

Αλλά αυτή η μετάβαση δεν γίνεται από μόνη της. Χρειάζεται πρώτα να ξέρεις τι σου συνέβη. Να το έχεις ονομάσει. Να μην ενεργείς από το ανεπεξέργαστο τραύμα, αλλά από την κατανόησή του. Η κοινωνική δράση χωρίς αυτή την προηγούμενη ψυχική εκπαίδευση είναι τυφλή — και συχνά επικίνδυνη. Γίνεται η ίδια μηχανισμός πόνου, αλλά με την ετικέτα «για καλό σκοπό» πάνω της.

Το «αν δεν ξέρουμε καλύτερα, να μη μιλάμε» δεν είναι πρόσκληση σε σιωπή. Είναι πρόσκληση σε μελέτη.

Κι εγώ που μιλάω σήμερα, το κάνω επειδή κάποιες γυναίκες πριν από εμένα τόλμησαν να σπάσουν τους κανόνες — και να ανοίξουν τον δρόμο.



Είδα την μαύρη ωραία Ελένη (spoiler στην πρώτη παράγραφο)

  Το σοκ για το πρόσωπο Την επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο για την Ωραία Ελένη την ήξερα, την περίμενα. Αυτό που δεν περίμενα ήταν ότι ο Μενέλε...