Μια ζωή χωρίς τελευταία λόγια

 Όταν ήμουν μικρή είχα δει μια ταινία δράσης με νίντζα. Ήταν μια ομάδα νίντζα που μόλις είχε επιτεθεί σε ένα κτίριο (δεν θυμάμαι την πλοκή, αλλά αν σας θυμίζει κάτι και ξέρετε ποια ταινία είναι, πείτε μου) και σε αυτή την ομάδα βρίσκονταν ένας πατέρας μαζί με τον γιο του. Σε κάποια στιγμή ο πατέρας τραυματίστηκε και έπρεπε να τον αφήσουν πίσω. Ο γιος του τον κοίταξε ίσως για δυο δευτερόλεπτα παραπάνω απ' ό,τι θα απαιτούσε μια ταινία δράσης και μετά συνέχισε την πορεία του.

Έμεινα έκπληκτη. Είχα συνηθίσει να βλέπω αμερικανικές ταινίες με στρατιώτες να πεθαίνουν και περίμενα τον πατέρα να πει κάτι του τύπου: «Γιε μου, [βάλτε εδώ μεγάλα λόγια]». Όμως δεν είπαν τίποτα. Και τότε μου ήρθε η συνειδητοποίηση: αν περίμενα το τέλος της ζωής μου για να πω στον γιο μου ότι τον αγαπώ ή για να του αποκαλύψω πού είχα κρύψει τον θησαυρό, τότε θα είχα αποτύχει.

Και από εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να ζήσω μια ζωή χωρίς ανάγκη για τελευταία λόγια. Χωρίς ανάγκη για αυτό που λέγεται «ηθική διαθήκη» -ιδανικά χωρίς ανάγκη ούτε για οικονομική διαθήκη, αν και αυτό το θεωρώ αναγκαίο για πρακτικούς λόγους.


Ασπρόμαυρο σχέδιο manga που δείχνει μια ενήλικη ξανθιά γυναίκα πολεμίστρια με μακριά ελεύθερα μαλλιά και παραδοσιακή ασιατική πανοπλία, να προσφέρει με σεβασμό ένα σπαθί (κατάνα) με τα δύο της χέρια, μπροστά από έναν αρχαίο ναό.


Αυτό το μάθημα το θυμήθηκα έντονα τον καιρό που ετοιμαζόμουν να φύγω από την Ελλάδα, λίγο πριν τα τριάντα μου χρόνια. Έτσι, βρήκα όλους τους ανθρώπους που ήθελα να έχω πει κάτι και δεν το είπα και τους το είπα (ναι! το έκανα αυτό και αισθανόμουν πολύ καλά!) Και σε αυτούς που θα μπορούσα να είχα κάνει κουβέντα και δεν έκανα, υπάρχει λόγος: είτε οι πράξεις μας είχαν μιλήσει από μόνες τους είτε οι κουβέντες μας θα ήταν ανώριμες, κυρίως γιατί έπρεπε να γίνουν κι άλλες πράξεις.

Από τότε είμαι πολύ προσεκτική ώστε να μην χρειαστεί να επιστρέψω ξανά σε ανθρώπους του παρελθόντος. Δεν σημαίνει πως όλα είναι στρωτά και ξεκάθαρα κάθε φορά, αλλά αν δεν υπάρχει closure υπάρχει λόγος και προσωπικά είμαι εντάξει με αυτόν τον λόγο. Στην τελική, οι μόνοι που βλέπουν τις πράξεις μου καθημερινά για να μπορούν να κρίνουν τις αξίες μου είναι αυτοί που με ζούνε. 

Βέβαια, το να ζεις μαζί με κάποιον άλλο θέλει συνειδητή επιλογή και εστιασμένη ενέργεια. Γι' αυτό πάντα με ενδιέφερε η ιδέα του "κήπου" του Επίκουρου, με απασχολεί πολύ η γεωγραφική απόσταση στην εποχή μας. Δεν αναφέρομαι στην τηλε-εργασία (που ήταν ό,τι καλύτερο συνέβη σε εμένα και στον συγκεκριμένο τομέα που εργάζομαι). Δεν αναφέρομαι καν στη δική μου μετανάστευση στο εξωτερικό, γιατί έχω μάθει καλά ότι είναι πολύ εύκολο να αποξενωθείς από τον άλλο ακόμα κι αν μένεις στην ίδια την πόλη -άμα δεν κάνεις συνειδητή προσπάθεια να ζεις ποιοτικές και ποσοτικές στιγμές μαζί του.

Γι' αυτό η σχέση μας με τους γονείς μας και τα παιδιά μας (δεδομένου ότι ζήσαμε ή ζούμε μαζί τους ή έστω κρίνουμε την προσπάθεια) είναι τόσο ξεχωριστή: Είμαστε οι κύριοι κριτές της ποιότητας και της ποσότητας των πιο οικείων σχέσεων που μπορούν να κάνουν οι γονείς μας με κάποιον που τους έχει ανάγκη. Και τα παιδιά μας είναι οι κύριοι κριτές της δικής μας ικανότητας για ενσυναίσθηση και οικειότητα με όσους τους έχουν ανάγκη. 

Επομένως, δεν νομίζω ότι θα είχα ποτέ «τελευταία λόγια» να πω σε κανέναν. 


Ασπρόμαυρο καλλιτεχνικό σχέδιο με κάρβουνο που απεικονίζει ένα μικρό παιδί ντυμένο με στολή λαγουδάκι να αγκαλιάζει σφιχτά ένα λούτρινο αρκουδάκι, καθισμένα μαζί στο πάτωμα.
αυτή είναι η κόρη μου (ντυμμένη λαγός) και το αρκουδάκι της

Αν όμως, για κάποιο λόγο, έπρεπε να τα διατυπώσω ρητά τα τελευταία λόγια μου στην κόρη μου, θα της έλεγα:

Σε εμπιστεύομαι.

Σε αγαπώ με κάθε τρόπο.

Μην αφήσεις κανέναν να σου πει τι μπορείς ή τι δεν μπορείς να κάνεις με βάση το φύλο σου, τη φυλή σου, την καταγωγή σου -με βάση οτιδήποτε άλλο εκτός από την καρδιά σου.

Προσπάθησε να φτιάξεις έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν ζηλεύουν ο ένας τον άλλον. Δεν υπάρχει καλύτερος ή χειρότερος άνθρωπος.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι πιο ικανοί και λιγότερο ικανοί από άλλους σε συγκεκριμένα πράγματα -και αυτό είναι εντάξει.

Δεν υπάρχει ιεραρχία σε τίποτα. Οι άνδρες δεν είναι καλύτεροι από τις γυναίκες. Αυτή η ομάδα δεν είναι καλύτερη από την άλλη. Οι άνθρωποι δεν είναι ανώτεροι από τα ζώα.

Το κακό υπάρχει. Και όταν το εντοπίσεις μέσα σου ή μέσα σε οποιονδήποτε άλλον, οφείλεις να αναλάβεις την κατάλληλη δράση ανάλογα με τις συνθήκες σου.

Σκέψου καλά πριν πράξεις. Κι αν είναι να τροποποιήσεις τις συμβουλές μου, κάν’ το με προσοχή.

Μείνε στο παρόν.

Προχώρα μπροστά.

Και, επειδή εσύ δεν το θυμάσαι: ήσουν το πιο όμορφο μωρό που γέννησε ποτέ ολόκληρο το σύμπαν. Εγώ το είδα και σε κράτησα στην αγκαλιά μου.

Συνέχισε να το βλέπεις και να αγκαλιάζεις τον εαυτό σου.



---

Αυτό το κείμενο το έγραψα για πρώτη φορά στα αγγλικά στο πλαίσιο της συμμετοχής μου σε ένα Service Pod τον Αύγουστο και το μεταφράζω στα ελληνικά σήμερα καθώς προετοιμάζομαι για έναν καινούργιο χειμώνα. 


Πατριαρχία και Ναρκισσισμός: Σπάστε την αλυσίδα


μια σπηλιά στα Μάταλα που καταλήγει σε φως
Υπάρχει πολύ φως στο τούνελ! 


Στο προηγούμενο άρθρο περιέγραψα πώς η πατριαρχική οικογένεια μπορεί να παράγει ναρκισσιστικά μοτίβα. Μένει να δούμε το αντίστροφο ερώτημα: γιατί κάποιοι άνθρωποι που μεγάλωσαν μέσα στο ίδιο σύστημα, με τον ίδιο πατέρα και την ίδια μητέρα, δεν έγιναν έτσι;

Η απάντηση δεν είναι «έτυχε» ούτε «είναι ηθικά ανώτεροι». Η ιδέα ότι όποιος μεγαλώνει σε δυσλειτουργικό περιβάλλον αναπαράγει αναγκαστικά την ίδια παθολογία είναι ένας απλοϊκός, ντετερμινιστικός μύθος. Η ψυχολογία δείχνει ότι μέσα στο ίδιο νοσηρό σύστημα διαφορετικά παιδιά αναπτύσσουν εντελώς διαφορετικές ψυχικές άμυνες.

Η πατριαρχία λειτουργεί ως παράγοντας κινδύνου, όπως το κάπνισμα για τον καρκίνο: αυξάνει την πιθανότητα, δεν την καθορίζει. Εδώ εξετάζω τους μηχανισμούς που τη μειώνουν. Κανένας δεν επαρκεί από μόνος του· ό,τι ξεχωρίζει όσους ξέφυγαν είναι συνήθως ένας συνδυασμός.


Ο ρόλος μέσα στην οικογένεια: δεν μεγαλώνουν όλα τα παιδιά στο ίδιο σπίτι

Παρότι τα αδέλφια μοιράζονται γονείς και σπίτι, συχνά κατέχουν διαφορετικές θέσεις μέσα στο οικογενειακό σύστημα. Η κλινική γλώσσα χρησιμοποιεί δύο πολύ γνωστούς ρόλους: το «χρυσό παιδί» (golden child) και τον αποδιοπομπαίο τράγο (scapegoat). Πρόκειται για περιγραφικές έννοιες της κλινικής πρακτικής και όχι για αυστηρά ερευνητικά μοντέλα, γι' αυτό τις χρησιμοποιώ ως μοτίβα και όχι ως κατηγορίες.

Το χρυσό παιδί είναι η προέκταση του γονιού: μαθαίνει ότι αξίζει μόνο όταν υπερέχει, και χτίζει έναν μεγαλειώδη εαυτό (false self) για να κρατήσει αυτή τη θέση. Αυτός ο ρόλος, όχι η απόρριψη, είναι συχνά η πιο γόνιμη γη για ναρκισσιστική δομή. Στο πρώτο άρθρο το συναντήσαμε ως «υιό-τρόπαιο».

Ο αποδιοπομπαίος τράγος είναι το παιδί που βλέπει νωρίς την αδικία, αρνείται να παίξει το παιχνίδι του εξευμενισμού ή γίνεται ο στόχος της απόρριψης («η δύσκολη», «το παράξενο»). Αναγκάζεται να στραφεί προς τα μέσα. Δεν χτίζει ψεύτικο μεγαλείο, αλλά μαθαίνει να αναλύει, να αμφισβητεί και να ψάχνει την αλήθεια έξω από το οικογενειακό αφήγημα.

Προσοχή όμως: αυτό δεν είναι «προνόμιο». Ο αποδιοπομπαίος τράγος πληρώνει βαρύ τίμημα σε ντροπή, μοναξιά και αυτοεικόνα, και το ότι δεν γίνεται ναρκισσιστής δεν σημαίνει ότι βγαίνει αλώβητος. Επίσης ο ρόλος δεν είναι πάντα προστατευτικός, γιατί κάποια παιδιά που απορρίπτονται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι αντιγράφουν τελικά τη ναρκισσιστική συμπεριφορά των γονιών για να επιβιώσουν.

Οι ρόλοι αυτοί δεν μοιράζονται τυχαία. Στην παραδοσιακή ελληνική οικογένεια το αγόρι είναι εκ προοιμίου υποψήφιο για χρυσό παιδί, ο «πρίγκιπας» του πρώτου άρθρου, ενώ το κορίτσι καλείται συχνότερα σε ρόλους υπηρετικούς ή συναισθηματικής εξισορρόπησης: φροντίζει, εξομαλύνει, κρατά την ειρήνη. Αυτό βέβαια είναι τάση και όχι κανόνας: υπάρχουν αγόρια που γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι επειδή για παράδειγμα δεν ανταποκρίνονται στο πρότυπο του «σκληρού» άντρα, και κορίτσια που γίνονται χρυσά παιδιά για οποιοδήποτε οικογενειακό λόγο. Η αλυσίδα των οικογενειακών ρόλων μπαίνει και κουμπώνει πάνω στην αλυσίδα των έμφυλων ρόλων.

Πώς ξεχωρίζει όμως ο αληθινός επιζών από τον ευάλωτο ναρκισσιστή που παριστάνει το «μαύρο πρόβατο» για να αντλήσει προσοχή και συμπόνια; Η διαφορά δεν βρίσκεται στο ποιος πόνεσε περισσότερο, αλλά στο τι κάνει κάποιος με τον πόνο του. Ο ναρκισσιστής μάρτυρας τον μετατρέπει σε οφειλή («μου χρωστάτε») και προβάλλει την ευθύνη στους άλλους. Ο επιζών τον μετατρέπει σε υπερ-ευθύνη απέναντι στον εαυτό του και συνήθως τον κρύβει. Θα επανέλθω σε αυτή τη διάκριση στο τέλος.



Αφίσα του βιβλίου "Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους"



Πώς σπάμε την αλυσίδα;

1. Αναστοχασμός και ενσυναίσθηση: να βλέπεις τον εαυτό απ' έξω και τους άλλους από μέσα

Ο ναρκισσισμός χαρακτηρίζεται από έλλειψη επίγνωσης και αδυναμία για αληθινή αυτοκριτική. Ο ναρκισσιστής σπάνια αναρωτιέται «μήπως είμαι εγώ το πρόβλημα;», και δύσκολα πονάει για την αδικία που βιώνει ένας άλλος άνθρωπος.

Ο προστατευτικός παράγοντας είναι ακριβώς το αντίθετο: η ψυχικοποίηση (mentalisation), δηλαδή η ικανότητα να βλέπεις τον εαυτό σου απ' έξω και τους άλλους από μέσα. Κάποιος που την έχει αναπτύξει μπορεί να παρατηρήσει τη σκληρότητα των γονιών του, να πονέσει για αυτήν και να αποφασίσει, συνειδητά ή όχι: «Εγώ δεν θα γίνω ποτέ αυτό».

Η ικανότητα αυτή δεν είναι σταθερό χαρακτηριστικό που κάποιοι έχουν και άλλοι όχι. Αναπτύσσεται σε σχέσεις, κυρίως όταν ένας ενήλικας βλέπει το παιδί ως πρόσωπο με δικά του συναισθήματα, και μπορεί να ενισχυθεί αργότερα, για παράδειγμα με ψυχοθεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πάντα ζήτημα «ταλέντου»: συχνά είναι κάτι που κάποιος του έδωσε χώρο να μεγαλώσει.


2. Ανθεκτικότητα και εξωτερικά σημεία αναφοράς

Οι έρευνες για την ανθεκτικότητα (resilience) ρωτούν τι έχουν κοινό τα παιδιά που «σώζονται» από ένα δύσκολο σπίτι. Η κλασική διαχρονική μελέτη της Emmy Werner στο Κάουαϊ, που ξεκίνησε το 1955 και παρακολούθησε μια ολόκληρη γενιά παιδιών για περίπου τέσσερις δεκαετίες, έδειξε ότι όσοι ξεπέρασαν τις αντιξοότητες είχαν σχεδόν πάντα τουλάχιστον μία σταθερή, φροντιστική σχέση με έναν ενήλικα έξω ή μέσα από τον στενό κύκλο. Τρία χαρακτηριστικά ξεχωρίζουν:

• Νοητικές ικανότητες και αναλυτική σκέψη. Η λογική γίνεται ασπίδα απέναντι στο συναισθηματικό χάος. Το παιδί μπορεί να διακρίνει το παράλογο ακόμη και όταν όλοι γύρω του παριστάνουν ότι είναι φυσιολογικό.

• Εσωτερική εστία ελέγχου (internal locus of control). Αντί να περιμένει επικύρωση από τους γονείς, στρέφεται στη μάθηση, στην αυτονομία, στην κατανόηση του κόσμου. Πιστεύει ότι οι πράξεις του μετράνε.

• Επαφή με την πραγματικότητα έξω από το σπίτι. Σχολείο, βιβλία, δάσκαλοι, φίλοι, αργότερα ψυχοθεραπεία ή απόσταση από την οικογένεια. Λειτουργούν ως διορθωτικές εμπειρίες που δείχνουν ότι οι σχέσεις μπορούν να έχουν άλλους κανόνες.

Το τρίτο είναι το πιο εύθραυστο, γιατί εξαρτάται από κάτι που το παιδί δεν ελέγχει: αν υπάρχει κάποιος έξω από το σπίτι που θα του δείξει άλλον τρόπο.


3. Τι κάνουν οι γονείς που σπάνε την αλυσίδα

Οι παράγοντες που περιέγραψα ως τώρα αφορούν το παιδί. Υπάρχει και η άλλη πλευρά: τι κάνουν οι γονείς, ή οι ενήλικες γύρω του, όταν η αλυσίδα σπάει εκεί που ξεκίνησε.

1. Αγάπη χωρίς όρους. Αγαπούν το παιδί για αυτό που είναι και όχι ως τρόπαιο ή προέκταση του δικού τους εγώ. Η άνευ όρων αποδοχή δίνει εσωτερική ασφάλεια και αφαιρεί την ανάγκη για έναν ψευδή, παντοδύναμο εαυτό.

2. Αυθεντική ικανότητα και κόπος. Αφήνουν το παιδί να αναπτύξει πραγματικές δεξιότητες, να αντέξει τη ματαίωση και να γευτεί επιτυχία μέσα από τη δική του προσπάθεια και όχι από κληρονομικό δικαίωμα. Η πραγματική ικανότητα γεννά αυθεντική αυτοεκτίμηση, που είναι το αντίδοτο της έπαρσης.

3. Χώρος για ευαλωτότητα. Δέχονται τον φόβο, τη λύπη και την αποτυχία του παιδιού χωρίς ντροπή και χωρίς όρους. Δείχνουν και οι ίδιοι ότι μπορούν να κάνουν λάθη και να ζητήσουν συγγνώμη.

4. Αξίες και πνευματικές άμυνες. Σε μερικές περιπτώσεις μια γνήσια πίστη ή μια φιλοσοφική στάση ζωής λειτούργησε ως φρένο. Όταν κάποιος πιστεύει ειλικρινά σε μια ανώτερη δύναμη ή σε ένα αυστηρό ηθικό πλαίσιο, η πατριαρχική έπαρση μπορεί να γίνει ταπεινότητα και διάθεση προσφοράς.

Στην πράξη τα τέσσερα αυτά πράγματα συνδέονται: αγάπη χωρίς κόπο γεννά δικαιωματισμό, και κόπος χωρίς αγάπη γεννά άγχος επίδοσης.


ένας καθρέφτης που δείχνει το εσωτερικό ενός σπιτιού


«Δεν μπορεί, κάποιο πρόβλημα θα έχεις»: οι ουλές των επιζώντων

Όταν κάποιος μαθαίνει ότι ένας άνθρωπος μεγάλωσε σε τοξικό σπίτι και δεν έγινε τοξικός, συχνά αντιδρά με δυσπιστία: «δεν μπορεί, κάποιο πρόβλημα θα έχει». Η φράση υπονοεί ότι είναι αδύνατο να βγεις αλώβητος. Σε έναν βαθμό έχει δίκιο: κανείς δεν βγαίνει εντελώς αλώβητος.

Το πρόβλημα που κουβαλά όποιος επιβίωσε από ένα τέτοιο σπίτι όμως δεν είναι ο ναρκισσισμός. Είναι:

• Υπερεπαγρύπνηση (hypervigilance): μια συνεχής επαγρύπνηση για το επόμενο πρόβλημα.

• Υπεραναλυτικότητα: η τάση να αναλύεις τα πάντα μέχρι εξαντλήσεως, για να μην πιαστείς απροετοίμαστος.

• Βάρος ευθύνης: η αίσθηση ότι πρέπει να φροντίζεις και να προλαβαίνεις τα πάντα.

• Δυσκολία στη ρύθμιση του πόσο να χαλαρώσεις και να εμπιστευτείς (όλα ή τίποτα ή υπερανάλυση).

Αυτά δεν είναι ελαττώματα χαρακτήρα ούτε κακία. Είναι οι ουλές ενός ανθρώπου που πάλεψε να κρατήσει την ανθρωπιά και τη λογική του μέσα σε ένα περιβάλλον που απαιτούσε να τις παραδώσει. Και είναι διαφορετικές από τον ναρκισσισμό. Ο ναρκισσιστής προβάλλει το πρόβλημα στους άλλους και απαιτεί αναγνώριση για τον πόνο του: «μου χρωστάτε». Ο επιζών το αναλαμβάνει υπερβολικά ο ίδιος: νιώθει ντροπή, ζει με υπερεπαγρύπνηση και συχνά δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια. Το κριτήριο δεν είναι ποιος πονάει περισσότερο, αλλά πού καταλήγει το κόστος: στον ίδιο ή στους γύρω του.

Λένε ότι η αλυδίσα σπάει όταν αντικρίζεις τον πόνο σου χωρίς να τον μεταφέρεις σε άλλους, όταν σηκώνεις το βάρος χωρίς να ζητάς υποκλίσεις για αυτό. Αλλά αυτό θέλει προσοχή: η αλυσίδα δεν σπάει όταν αντέχεις σιωπηλά να σηκώνεις όλο το βάρος, γιατί αυτό μάλλον θα γίνει η παλιά αυτοθυσία με άλλο όνομα. Δες για τις μορφές του σύγχρονου ναρκισσισμού εδώ

Η αλυσίδα σπάει στο τέλος της αδικίας: όταν αρνείσαι να γίνεις το αμορτισέρ, όταν δεν δέχεσαι το ψέμα, και όταν επιστρέφεις τις συνέπειες ακριβώς εκεί που ανήκουν. Όταν το κόστος των επιλογών του ναρκισσιστή το πληρώνει ο ίδιος, και όχι κάποιος άλλος (π.χ. τα παιδιά σου).


Επίλογος: ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ηθική υπεροχή

Η ανθεκτικότητα δεν είναι ηθικό προσόν. Όσοι ξέφυγαν δεν είναι καλύτεροι άνθρωποι από όσους έγιναν ναρκισσιστές. Είχαν κάποια ευνοϊκά στοιχεία, και αρκετά από αυτά δεν τα επέλεξαν: έναν δάσκαλο που τους "είδε," έναν συγγενή που τους πίστεψε, μια νοητική ικανότητα, ένα σχολείο ή μια χώρα με άλλους κανόνες.

Η τύχη παίζει ρόλο στις αρχικές συνθήκες: στο ποιον ενήλικα θα συναντήσει ένα παιδί και ποιες ευκαιρίες θα βρει. Αυτό δεν αφαιρεί την ευθύνη, γιατί η εσωτερική επεξεργασία και η άρνηση να μεταφερθεί ο πόνος στους άλλους είναι προσωπική στάση και επιλογή. Αφαιρεί μόνο την ευκολία της ηθικολογίας: αν τις αρχικές συνθήκες δεν τις επιλέγει κανείς, τότε και η κοινωνία έχει δουλειά να κάνει. Σχολεία που "βλέπουν" τα παιδιά, γονείς που ζητούν βοήθεια χωρίς ντροπή και μια κουλτούρα που αφήνει στα αγόρια το δικαίωμα να κλαίνε και στα κορίτσια το δικαίωμα να θυμώνουν αυξάνουν τις πιθανότητες να σπάσει η αλυσίδα νωρίτερα, πριν χρειαστεί να τη σπάσει ο καθένας μόνος του.



Πατριαρχία και Ναρκισσισμός: Η αλυσίδα

 

Ο πρίγκιπας και η θεματοφύλακας - τα αρχέτυπα της εποχής μας;


Πόστερ του βιβλίου Αποχαιρετώντας τους Τοξικούς Ανθρώπους


Πατριαρχία είναι η θεσμική ανισορροπία εξουσίας ανάμεσα στα φύλα που λειτουργεί δομικά υπέρ των αντρών. Εξουσία έχει όποιος μπορεί να αποχωρήσει από μια σχέση με τις λιγότερες συνέπειες και μέχρι το 1983 ο Αστικός Κώδικας όριζε ρητά τον άντρα ως αρχηγό της οικογένειας που αποφάσιζε «περί παντός ό,τι αφορά εις τον συζυγικόν βίον».
Δεν είναι, επομένως, απόδειξη ότι δεν έχουμε πατριαρχία η διαπίστωση ότι στην καθημερινότητα η γυναίκα αποφάσιζε τι θα φάμε σήμερα: αυτό το «κουμάντο» δεν ήταν θεσμικά κατοχυρωμένο και δεν της έδινε πραγματική εξουσία σε περίπτωση σύγκρουσης. Ούτε είναι το επιχείρημα ότι οι γυναίκες ήταν αυτές που έστελναν τους άνδρες στη δουλειά και στον πόλεμο: οι δυνατότεροι άντρες ήταν αυτοί που εκμεταλλεύονταν άλλους άνδρες ταξικά και ρατσιστικά. Η ιεραρχία ήταν πρωτίστως μεταξύ των αντρών και οι περισσότερες γυναίκες ήταν παρακολουθήματα της ιεραρχίας των συγγενών τους.
Οι νόμοι μπορεί να αλλάζουν σε μία μέρα στο κοινοβούλιο· οι οικογενειακές δυναμικές, τα ανομολόγητα αξιώματα και τα συναισθηματικά πρότυπα χρειάζονται γενιές για να αλλάξουν. Οι γονείς του σήμερα ανατράφηκαν από ανθρώπους που διαμορφώθηκαν σε εκείνο το απόλυτα πατριαρχικό πλαίσιο.
Η πατριαρχία λοιπόν είναι το σύστημα στο οποίο ζούμε, όπως ακριβώς παραδεχόμαστε ότι ζούμε την ψηφιακή επανάσταση.
Αυτό το σύστημα όμως δεν βλάπτει μόνο όσους καταπιέζει. Bλάπτει σε κάθε περίπτωση και όσους υποτίθεται ότι προνομιακά υπηρετεί.

Αυτό το άρθρο εξετάζει πώς η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, με τον παραδοσιακό ρόλο του πατέρα και της μητέρας, μπορεί να παράγει ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά και δικαιωματισμό.

Τι χρειάζεται για να γίνει κάποιος ναρκισσιστής

Δεν αναφέρομαι εδώ στην κλινική διαταραχή προσωπικότητας ως στενή ψυχιατρική διάγνωση, αλλά στην κοινωνική παραγωγή ναρκισσιστικών συμπεριφορών και άμυνων: σε έναν διάχυτο τρόπο σχέσης με τους άλλους που βασίζεται στον δικαιωματισμό και την έλλειψη ενσυναίσθησης.
Αυτό αφορά κάθε εκδοχή του φαινομένου, είτε πρόκειται για μεγαλειώδη, είτε για ευάλωτο, είτε για κακοήθη ναρκισσισμό. Το display, δηλαδή το πώς εμφανίζεται προς τα έξω, διαφέρει: άλλος επιδεικνύεται, άλλος παρουσιάζεται ως θύμα, άλλος γίνεται σκληρός. Σημασία έχει η υποκείμενη δυναμική, που παραμένει η ίδια: ένας διογκωμένος αλλά εύθραυστος εαυτός, χτισμένος για να προστατεύσει από την απόρριψη και απειλούμενος κάθε φορά που η πραγματικότητα δεν τον επιβεβαιώνει.
Το μοτίβο εμφανίζεται όταν συντρέχουν πέντε δυναμικές μαζί, και θα τις εξετάσουμε με αυτή τη σειρά: 1. Προδιάθεση. Η βιολογική ευαλωτότητα και το πώς το περιβάλλον την εκφράζει. 2. Ακραία εξιδανίκευση. Ένα παιδί που μαθαίνει ότι αξίζει τα πάντα, ταυτόχρονα με μια αγάπη υπό όρους. 3. Τραυματική διάψευση προσδοκιών. Η σύγκρουση με έναν κόσμο που δεν υποκλίνεται. 4. Απουσία ορίων. Η έλλειψη πραγματικών συνεπειών για τις πράξεις του. 5. Περιβαλλοντική συνενοχή. Οι άνθρωποι και τα συστήματα που πληρώνουν τον λογαριασμό.

Δυναμική 1 · Προδιάθεση: η πατριαρχία ως παράγοντας κινδύνου

Δεν πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος που μεγάλωσε σε πατριαρχικό περιβάλλον γίνεται ναρκισσιστής, όπως δεν παθαίνει καρκίνο κάθε καπνιστής. Πιστεύω όμως ότι το σύστημα αυτό λειτουργεί ως παράγοντας κινδύνου, και ότι όταν δούμε πόσο συχνά εμφανίζεται το μοτίβο, αξίζει να ρωτήσουμε τι το παράγει.

Στη δική μου ζωή υπήρξαν άντρες (και γυναίκες) που γαλουχήθηκαν μέσα στις ίδιες νόρμες και διαμόρφωσαν βαθιά ενσυναίσθηση, αίσθημα ευθύνης και αυθεντική ισοτιμία.

Κάποιοι άνθρωποι μπορεί να έχουν βιολογική προδιάθεση που τους κάνει πιο ευάλωτους σε αυτό το μοτίβο. Η βιολογία όμως δεν είναι πεπρωμένο: το πώς θα εκφραστεί μια προδιάθεση εξαρτάται από το περιβάλλον. Οι μελέτες διδύμων το δείχνουν καθαρά. Όταν δύο γενετικά πανομοιότυπα αδέλφια καταλήγουν διαφορετικά και το ένα δεν γίνεται ναρκισσιστής, η διαφορά δεν μπορεί να οφείλεται στα γονίδια. Οφείλεται στην ανατροφή και στις εμπειρίες, και το μυαλό αλλάζει ανάλογα με αυτές.
Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να αναζητήσουμε και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου και τους προστατευτικούς παράγοντες.
Καμία διάγνωση δεν υπάρχει στο κενό. Οι γυναίκες είχαν «υστερία» όταν η κοινωνία δεν άντεχε την εξέγερσή τους, ενώ το τραύμα του πολεμιστή μπορούσε να ονομαστεί δειλία πριν υπάρξει ο όρος PTSD. Και πλέον έχουμε μια «επιδημία ναρκισσισμού» και σε άντρες και σε γυναίκες, όταν ζουν σε μια κοινωνία που πλάθει διογκωμένους και εύθραυστους εαυτούς.
Η πατριαρχία βέβαια δεν είναι ο μόνος υποψήφιος περιβαλλοντικός παράγοντας. Ο καταναλωτισμός, τα κοινωνικά δίκτυα και η κουλτούρα της επιτυχίας και της εικόνας παίζουν κι αυτά τον ρόλο τους. Αλλά η πατριαρχική δομή είναι, κατά τη γνώμη μου, το υπέδαφος πάνω στο οποίο τα social media και ο καταναλωτισμός έρχονται απλώς να ρίξουν λίπασμα. Η πατριαρχία είναι επίσης ένας συγκεκριμένος μηχανισμός που εκδηλώνεται μέσα στον πυρήνα της οικογένειας, και ίσως είναι αυτό για το οποίο μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο «χειροπιαστό».

Η πατριαρχία ως τραυματογόνο σύστημα

Συχνά η πατριαρχία παρουσιάζεται ως «ανδρικό προνόμιο». Εδώ τη βλέπω ξεκάθαρα ως σύστημα ρόλων που ακρωτηριάζει και τα δύο φύλα. Στους άνδρες υπόσχεται εξουσία και τους στερεί το δικαίωμα στην αδυναμία. Στις γυναίκες υπόσχεται προστασία και τους στερεί την ισοτιμία. Κανείς δεν μένει ανέπαφος, και οι ρόλοι αναπαράγονται από τους ίδιους που τους υφίστανται. Σε ένα σύστημα κανένα άτομο δεν είναι ο «αρχιτέκτονας» ή ο «φταίχτης»· όλοι είναι φορείς της δυναμικής.

Δυναμική 2 · Ακραία εξιδανίκευση: ο πατέρας, η μητέρα και το αγόρι ανάμεσά τους

Ο πατέρας: ο πρώτος κριτής

Ο πατέρας είναι ο πρώτος εκτελεστικός βραχίονας των παραδοσιακών επιταγών. Είναι συνήθως αυτός που ορίζει τους όρους: από τη στάση του ο γιος μαθαίνει ότι η αξία του εξαρτάται από τις επιδόσεις του. Το μήνυμα αυτό συνυπάρχει με την εξιδανίκευση της μητέρας και, όπως θα δούμε, τη μετατρέπει σε παγίδα.
Τρία πράγματα επαναλαμβάνονται σε πολύ παραδοσιακές οικογένειες. Έρχονται κυρίως από τον πατέρα, αλλά κανένα δεν περιορίζεται σε αυτόν:

  • Άρνηση της ευαλωτότητας. «Οι άντρες δεν κλαίνε», «μη γίνεσαι γυναικούλα». Το αγόρι μαθαίνει ότι ο φόβος, η λύπη και η αποτυχία είναι ντροπή και όχι ανθρώπινη εμπειρία. Το μήνυμα το παίρνει κυρίως από τον πατέρα, αλλά πιθανόν και από τη μητέρα.
  • Εξωπραγματικές προσδοκίες. Ο πατέρας ζητά επιτεύγματα όχι για το καλό του παιδιού, αλλά για να στηρίξει το δικό του εγώ. Συχνά κουβαλά και ο ίδιος τις αντίστοιχες προσδοκίες από τον δικό του πατέρα, που δεν εκπλήρωσε ποτέ. Εξωπραγματικές προσδοκίες μπορεί να έχει και η μητέρα.
  • Απόσυρση της αγάπης. Όταν το αγόρι αποτυγχάνει, η απάντηση είναι χλευασμός, σιωπή ή απόρριψη. Το μήνυμα που μένει είναι ότι η αγάπη κερδίζεται μόνο με επιτυχία. Την απόσυρση της αγάπης μπορεί να τη βιώσει και από τη μητέρα.
Ένα παιδί που δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του να δέχεται ευαλωτότητα, ούτε τη δική του ούτε του γιου του, δεν έχει πού να αφήσει τις αδυναμίες του. Μαθαίνει να τις κρύβει. Και αυτό που μένει κρυφό δεν επεξεργάζεται· συσσωρεύεται.


Ένα άγαλμα Μαντόνας και Παιδιού τςη Αναγέννησης

Η μητέρα: όταν η έλλειψη προσωπικής ισχύος μετατρέπεται σε αναπαραγωγή του συστήματος

Η μητέρα είναι ο συναισθηματικός αναμεταδότης των παραδοσιακών επιταγών. Συχνά είναι η ίδια στερημένη από ουσιαστική κοινωνική εξουσία και καταφεύγει στην άτυπη επιρροή μέσω της σχέσης της με τους άντρες.
Σε ένα σύστημα όπου μια γυναίκα αντλεί αξία και ασφάλεια κυρίως ως μητέρα άρρενος απογόνου, ο γιος γίνεται η μοναδική της πηγή επιρροής.
Όταν ο σύζυγός της της αρνείται αποδοχή, ισοτιμία και συναισθηματικό χώρο, η επένδυση στον γιο είναι η διέξοδός της. Δεν τον εξιδανικεύει επειδή είναι «κακή μητέρα», τον εξιδανικεύει επειδή δεν της έχει μείνει άλλος τόπος όπου να «μετράει.»
Έτσι γεννιέται ο «υιός-τρόπαιο». Από τα σπάργανα του λένε ότι είναι «ο άντρας του σπιτιού», «ο πρίγκιπας», «ο συνεχιστής του ονόματος της οικογένειας». Η αγάπη αυτή δεν είναι άνευ όρων: είναι προέκταση των δικών της αναγκών, και του διδάσκει ότι δικαιούται τα πάντα επειδή υπάρχει, χωρίς να χρειάζεται ηθικό ανάστημα ή προσωπικό κόπο.
Εδώ φυτεύεται ο πρωτογενής δικαιωματισμός (primary entitlement): «ο κόσμος μου ανήκει εκ προοιμίου». Οι περισσότεροι ποτέ δεν τον επέλεξαν. Τον κληρονόμησαν.

Η σύνθλιψη: ένα αγόρι ανάμεσα σε δύο αντιφατικά μηνύματα

Σε μία παραδοσιακή οικογένεια, το αγόρι, λιγότερο ή περισσότερο, καταλήγει εγκλωβισμένο ανάμεσα σε μια μητέρα που το εξιδανικεύει πνιγηρά και χωρίς όρια, και σε έναν πατέρα που το απορρίπτει για την παραμικρή αδυναμία. Το πρώτο μήνυμα λέει «είσαι τέλειος». Το δεύτερο λέει «δεν είσαι αρκετός».
Το παιδί δεν μπορεί να αντέξει και τα δύο ως αλήθεια, γι' αυτό κατασκευάζει ένα Ψευδές Εγώ (False Self): έναν παντοδύναμο εαυτό που τρέφει τη φαντασίωση της μητέρας και θωρακίζει από την απόρριψη του πατέρα. Ο αληθινός εαυτός, με τις αδυναμίες και τους φόβους του, μένει κρυμμένος.
Σε αυτό τις περισσότερες φορές προστίθεται ένα δυσβάσταχτο συμβόλαιο:
  • Status και χρήμα. Πρέπει να σπουδάσει σε «σπουδαία» σχολή (πολυτεχνείο, ιατρική, νομική) ή να αποκτήσει θέση ισχύος και γόητρο ή έστω να βγάλει πολλά χρήματα.
  • Επιφανειακή γονεοποίηση (parentification). Πολύ συχνά από μικρό του ζητείται να γίνει προστάτης της μητέρας του, απέναντι στον πατέρα ή στη ζωή, και να επιβληθεί στις αδελφές του. Είναι ένα παιδί που παίζει ρόλο ενήλικα χωρίς να έχει τα συναισθηματικά εργαλεία, και μένει με μια χρόνια, υπόκωφη ανασφάλεια. Ο ρόλος αυτός όμως είναι ρόλος επίδοσης και όχι λογοδοσίας: για κάθε αποτυχία θα υπάρχει κάποιος ή κάποια άλλη να κατηγορηθεί.

Καλλιτεχνική αφίσα που λέει να "βάλετε αλάτι στις πληγές σας"

Δυναμική 3 · Τραυματική διάψευση: το σπάσιμο και η μετάλλαξη

Το σπάσιμο: «ο κόσμος μου χρωστάει»

Αργά ή γρήγορα το αγόρι θα αρχίσει να υποψιάζεται ότι ο κόσμος έξω δεν του φέρεται ακριβώς όπως το σπίτι του (όταν και αν τον αφήσουν να το δει). Στο σπίτι υπήρχαν πρόσωπα και στιγμές που τον αντιμετώπιζαν ως ξεχωριστό· έξω κανείς δεν του οφείλει υποκλίσεις προσωπικά. Παρ' όλα αυτά υπάρχει ένα κοινό μήνυμα: και στο σπίτι και στον έξω κόσμο του λένε ότι μπορεί και πρέπει να γίνει κάτι σπουδαίο, μόνο και μόνο επειδή είναι άντρας.
Αν ο πήχης των επιτευγμάτων πέσει, είτε επειδή του λείπει η ικανότητα, είτε επειδή του λείπει η πειθαρχία και αναβάλλει διαρκώς, είτε από απλή συγκυρία, και υπάρχει βιολογική προδιάθεση, συμβαίνει το εξής.
Από έξω μπορεί να φαίνεται μετρίως ή και πολύ πετυχημένος, μπορεί να έχει μια σταθερή δουλειά και ένα πτυχίο, μπορεί να έχει πολλές επιτυχίες σε διάφορους τομείς. Μέσα του όμως υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα σε αυτό που του υποσχέθηκαν ότι θα γίνει, έναν άνθρωπο εξαιρετικό, και σε αυτό που κατέληξε να είναι, έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Αυτή την απόσταση τη βιώνει ως ναρκισσιστική πληγή (narcissistic injury).
Η υγιής απάντηση σε αυτή την πληγή είναι το πένθος της χαμένης παντοδυναμίας: «δεν είμαι αυτός που νόμιζα, και μπορώ να ζήσω με αυτό».

Ο ψυχισμός που δεν έχει μάθει να αντέχει την αποτυχία κάνει το αντίθετο και προβάλλει: «δεν φταίω εγώ που δεν έφτασα εκεί που άξιζα. Ο κόσμος είναι σάπιος, οι άλλοι με αδίκησαν».

Η μετάλλαξη

Από εδώ και πέρα διαμορφώνεται η γνωστική βάση του ναρκισσιστικού μοτίβου, η οποία ολοκληρώνεται στη δεκαετία των είκοσι:
  • Συλλέκτης αδικιών. Κάθε δυσκολία διαβάζεται ως συνωμοσία εναντίον του.
  • Κυνικός κοινωνικός δαρβινισμός. «Ο κόσμος είναι σκληρός, επιβιώνει ο δυνατότερος, οι αδύναμοι αξίζουν την περιφρόνηση». Ο ίδιος αισθάνεται αδύναμος, γι' αυτό η περιφρόνηση είναι πρώτα απ' όλα προς τον εαυτό του, που ύστερα την εκτοξεύει προς τα έξω.
  • Ηθική αμνηστία. Αφού «αδικήθηκε από το σύμπαν», νιώθει δικαιωμένος να πάρει πίσω ό,τι του χρωστούν, με όποιον τρόπο.
Στην πράξη αυτό εκδηλώνεται συχνά με δύο τρόπους. Ο ένας είναι η εκμετάλλευση προσώπων που κρίνει αδύναμα, κυρίως γυναικών (συντρόφων, αδελφών, μητέρων), ή και άλλων αντρών, πατώντας στις ενοχές τους. Ο άλλος είναι η εκμετάλλευση συστημάτων, από την καταστρατήγηση επαγγελματικών ορίων μέχρι την εκμετάλλευση κοινωνικών πόρων και επιδομάτων, γιατί η ίδια η λογική του ονομάζει τη συμπεριφορά του «επανόρθωση» και όχι απάτη.

Δυναμικές 4 και 5 · Απουσία ορίων και συνενοχή: η ακύρωση των συνεπειών

Η πληγή εξηγεί γιατί το μοτίβο ξεκινά, αλλά όχι γιατί συνεχίζεται. Για να συνεχιστεί χρειάζεται κάτι ακόμη: να μην πληρώσει ποτέ ο ίδιος τον λογαριασμό.
Στην πράξη, το αγόρι σπάνια αφήνεται να υποστεί τις πλήρεις συνέπειες των πράξεών του. Αν αποτύχει στο πανεπιστήμιο, η οικογένεια πληρώνει ιδιωτικό κολλέγιο ή βρίσκει δουλειά μέσω γνωριμιών. Αν δημιουργήσει χρέη, βάζει πλάτη ο πατέρας ή πουλιέται ένα χωράφι. Αν διαλύσει έναν γάμο επειδή φέρθηκε ανώριμα, το παιδικό του δωμάτιο τον περιμένει και η ευθύνη μεταφέρεται στη σύζυγο. Έτσι μαθαίνει εμπειρικά ότι ό,τι κι αν κάνει, κάποιος άλλος θα πληρώσει.
Το περιβάλλον δεν είναι μόνο η μητέρα. Είναι ο πατέρας που πληρώνει, ο θείος που βρίσκει τη δουλειά, ο εργοδότης που κλείνει τα μάτια, η σύντροφος που ανέχεται τη συμπεριφορά και υποχωρεί «για να μην έχουμε φασαρίες». Κάθε υποχώρηση λειτουργεί ως θετική ενίσχυση: η συμπεριφορά δουλεύει. Για πολλές γυναίκες αυτός ο ρόλος δεν είναι επιλογή αλλά επιβίωση, γιατί το σύστημα τους τον δίνει και τιμωρεί όσες τον αρνηθούν.
Εδώ κλείνει ο κύκλος που δείχνει ξεκάθαρα ότι το σύστημα που ζούμε είναι η πατριαρχία: εξουσία έχει όποιος μπορεί να αποχωρήσει από μία σχέση με τις λιγότερες συνέπειες.

Δικαίωμα χωρίς ευθύνη

Κατά την ιδεολογία της, η παραδοσιακή ανδρική εκπαίδευση έδινε εξουσία και σεβασμό μαζί με το βαρύ καθήκον της προστασίας και της ανάληψης ευθύνης: «Είσαι ο αρχηγός, άρα αν η οικογένεια πεινάσει ή αποτύχει, φταις εσύ και πέφτεις πρώτος στη φωτιά». Στην πράξη οι άνδρες απέφευγαν συχνά και αυτό το βάρος.

Αυτό που παράγει η σύγχρονη πατριαρχική οικογένεια είναι ένας εκφυλισμένος υβριδισμός:
  • Του δίνει όλα τα προνόμια της πατριαρχίας: δικαιωματισμό, εξουσία, απαίτηση υποταγής από τις γυναίκες.
  • Του αφαιρεί όλο το κόστος της: αυτοθυσία, ανάληψη ευθύνης για τις αποτυχίες, λογοδοσία, σωματικό και ηθικό μόχθο
Φτιάχνει δηλαδή έναν «πρίγκιπα» χωρίς βασίλειο και χωρίς ευθύνες, που κρατάει μόνο το στέμμα και την απαίτηση να τον υπηρετούν.
Ο ναρκισσιστικός τρόπος σχέσης βασίζεται σε μια δομική ασυμμετρία ρίσκου: ο ναρκισσιστής καρπώνεται όλη την απόλαυση, το κύρος και τη διασκέδαση των πράξεών του, αφήνοντας το συναισθηματικό, πρακτικό και ηθικό κόστος να το πληρώσουν οι γύρω του. Όταν δεν έχεις προσωπικό ρίσκο (skin in the game), η επιπολαιότητα δεν είναι δυσλειτουργία: είναι η πιο βολική στρατηγική.
Με λίγα λόγια η ναρκισσιστική συμπεριφορά δεν είναι μόνο τραύμα/ πληγή, αλλά μια παρασιτική στρατηγική μηδενικού κόστους.


Χέρια που αρπάζουν νομίσματα στα πόδια ενός αγάλματος


Η γυναικεία όψη: η «ψυχολογία του σκλάβου»

Η ιστορία όμως δεν τελειώνει στους άνδρες. Η ίδια δομή παράγει και γυναίκες που «σπάνε», με διαφορετικό τρόπο. Σε αυτό το άρθρο το παρουσιάζω όχι μόνο ως απαραίτητο αντίβαρο, αλλά ως την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.

Ο αγώνας για την εύνοια του αφέντη

Σε ένα καθεστώς καταπίεσης, όποιος δεν μπορεί ή φοβάται να επαναστατήσει συχνά επιλέγει να γίνει ο αγαπημένος σκλάβος. Αντί να αμφισβητήσει το σύστημα, μια γυναίκα προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ανώτερη από τις άλλες γυναίκες: «εγώ δεν είμαι σαν αυτές τις αδύναμες, τεμπέλες, ανήθικες, παράλογες». Ή απλά «εγώ είμαι πιο υπάκουη». Έτσι διατηρήθηκε η δουλεία ανά τους αιώνες, έτσι διατηρείται και η πατριαρχία ακόμα.
Αυτός ο εσωτερικευμένος μισογυνισμός στρέφει τις γυναίκες τη μία εναντίον της άλλης: όποια έχει ελάχιστα περισσότερη εξουσία, μπορεί να την εκμεταλλεύεται. Για παράδειγμα η πεθερά καταπιέζει τη νύφη, η μεγαλύτερη αδελφή τη μικρότερη, η μητριά τα ορφανά (πάντα το εξετάζουμε ανά περίπτωση προσωπικοτήτων και δυναμικών, εδώ μιλάω για την default/ βασική δυναμική εξουσίας).

Η παγίδα της τελειότητας Η γυναίκα που εξετάζουμε προσπαθεί να γίνει η τέλεια νοικοκυρά, η τέλεια μητέρα, η άμεμπτη ηθικά και η αψεγάδιαστα επιθυμητή. Θυσιάζει τον αυθεντικό της εαυτό στην κοινωνική επιταγή. Όσο περισσότερο προσπαθεί να αρέσει, τόσο περισσότερο εξαρτάται από την επιδοκιμασία των άλλων, και τόσο πιο ευάλωτη γίνεται όταν αυτή δεν έρχεται.
Και σχεδόν ποτέ δεν έρχεται η καθολική αποδοχή. Όταν η ζωή αποδείξει ότι το σύστημα δεν έχει πραγματική ευγνωμοσύνη για τις θυσίες της, με μια απιστία, μια παραμέληση από τον σύζυγο ή παιδιά που διεκδικούν αυτονομία, η γυναίκα με ναρκισσιστική προδιάθεση «σπάει».

Δύο δρόμοι μετά το σπάσιμο

  • Η μάρτυρας. Η ταλαιπωρία και οι θυσίες γίνονται όπλο συναισθηματικού εκβιασμού: «εγώ για σας έλιωσα τα νιάτα μου κι εσείς είστε αχάριστοι». Είναι μία από τις συχνές γυναικείες εκδοχές του ναρκισσισμού, με το «ο κόσμος μου χρωστάει» ντυμένο ως αυτοθυσία.
  • Η ενεργός θύτης. Γίνεται σκληρή θεματοφύλακας της πατριαρχίας και τιμωρεί, με κουτσομπολιό, υποτίμηση, αποκλεισμό και χειριστικότητα όποιον τολμά να μην υποταχθεί στους ίδιους κανόνες που η ίδια πλήρωσε ακριβά: άλλες γυναίκες, αλλά και άνδρες, συχνά τον σύζυγο ή τους γιους της.
Η παρατήρησή μου, που είναι γενική τάση και όχι κανόνας για κάθε γυναίκα, είναι ότι όσο περισσότερο ένας άνθρωπος ζει για να αρέσει, τόσο πιο πιθανό είναι να καταλήξει είτε θύμα είτε θύτης.

Τα μοτίβα αυτά είναι συχνά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και μπορεί να εναλλάσσονται στο ίδιο πρόσωπο.

Ο άκυρος παράγοντας: ο πλούτος

Συχνά πιστεύεται ότι η οικονομική επιτυχία μπορεί να καταλαγιάσει αυτό το κενό. Η τάξη όμως επηρεάζει το πώς εκφράζεται ο δικαιωματισμός και όχι το αν υπάρχει. Σε κάποιες οικογένειες (όχι όλες!) εμφανίζεται ως «σύνδρομο του φτωχού συγγενή»: η πεποίθηση ότι ο πιο πλούσιος οφείλει να δώσει περισσότερα. Αυτό δείχνει ότι ο δικαιωματισμός δεν έχει σχέση με το πόσα έχεις, αλλά με το πόσα πιστεύεις ότι σου χρωστούν.
Γι' αυτό η υλική επιτυχία δεν γεμίζει το κενό, γιατί το κενό δεν είναι υλικό. Ο ναρκισσισμός αυτού του τύπου λειτουργεί σαν μαύρη τρύπα που δεν γεμίζει με αγαθά. Όσα χρήματα κι αν αποκτήσει κάποιος με αυτή τη δομή προσωπικότητας, θα νιώθει φτωχότερος από αυτό που «πραγματικά του άξιζε». Η σύγκριση με τους άλλους είναι αδιάκοπη και το αίσθημα της στέρησης δομικό, όχι ποσοτικό.

Πώς σπάει η αλυσίδα: οι προστατευτικοί παράγοντες

Γιατί κάποιοι άνθρωποι που μεγάλωσαν κάτω από τις ίδιες πιέσεις δεν έγιναν έτσι; Η πλήρης απάντηση έρχεται σε ξεχωριστό άρθρο. Εδώ η σύντομη εκδοχή, με spoilers:

  1. Ο ρόλος μέσα στην οικογένεια. Το «χρυσό παιδί» χτίζει ψεύτικο μεγαλείο· το παιδί που βλέπει την αδικία και αρνείται να παίξει το παιχνίδι στρέφεται προς τα μέσα.
  2. Αναστοχασμός και ενσυναίσθηση. Η ικανότητα να βλέπεις τον εαυτό σου απ' έξω και τους άλλους από μέσα.
  3. Ανθεκτικότητα και εξωτερικά σημεία αναφοράς. Ένας σταθερός ενήλικας, το σχολείο, τα βιβλία, η ψυχοθεραπεία: κάτι έξω από το σπίτι που δείχνει άλλον τρόπο.
  4. Γονείς που σπάνε την αλυσίδα. Αγάπη χωρίς όρους, αυθεντικός κόπος, χώρος για ευαλωτότητα και αξίες που δίνουν ταπεινότητα.

Προσεχώς νέο άρθρο: «Πατριαρχία και Ναρκισσισμός: Πώς σπάει η αλυσίδα». Εκεί θα δούμε και ποιες ουλές κουβαλούν όσοι επιβίωσαν, που δεν είναι ναρκισσισμός.

Επίλογος: από τη μοιρολατρία στην ευθύνη

Ο ναρκισσιστής λοιπόν δεν είναι ιδιοφυΐα του κακού. Είναι το τραγικό και επικίνδυνο υποπροϊόν ενός συστήματος που υπόσχεται στους άντρες τα πάντα, τους στερεί την ικανότητα να διαχειριστούν την αποτυχία, και τελικά τους επιτρέπει να τρέφονται από όσους βρίσκονται γύρω τους για να συντηρήσουν ένα μεγαλείο που δεν υπήρξε ποτέ.
Το ίδιο σύστημα ζητά από τις γυναίκες να γίνουν τέλειες για να αξίζουν, και τις τιμωρεί όταν η τελειότητα δεν ανταμείβεται. Ο πατέρας που δεν άντεξε την ευαλωτότητα, η μητέρα και η κόρη που δεν αγάπησαν τον εαυτό τους και ο γιος που έμαθε να μην αισθάνεται είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας.
Αυτό εξηγεί, αλλά δεν δικαιολογεί. Η πατριαρχία δεν εφευρίσκει τον ναρκισσισμό. Του προσφέρει απλώς το ιδανικό καλούπι, τη νομιμοποίηση και το πολιτισμικό ένδυμα ενός αρχέγονου ψυχικού μηχανισμού. Το σύστημα μπορεί να διαμορφώνει το τραύμα, αλλά η άρνηση θεραπείας και η επιλογή εκμετάλλευσης των άλλων στην ενήλικη ζωή παραμένει συνειδητή πράξη. Η κατανόηση της (μερικής) προέλευσης ενός μοτίβου δεν αφαιρεί ούτε γραμμάριο από την προσωπική ευθύνη.
Αν η αλυσίδα σπάει, σπάει όταν κάποιος αποφασίσει να αντικρίσει τον πόνο του χωρίς να τον μεταφέρει στους γύρω του, και όταν ένας γονιός αφήσει το παιδί του να είναι απλώς άνθρωπος. Ανεξαρτήτως φύλου.



Όρια, συνέπειες και η ψευδαίσθηση της επικοινωνίας: Με αφορμή τη συνέντευξη στο CorfuPress


Συνέντευξη της Κίρας Καρνέζη για το βιβλίο «Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους» στο CorfuPress

Στον δημόσιο διάλογο γύρω από τις δυσλειτουργικές σχέσεις, η πιο συνηθισμένη συμβουλή που ακούει κανείς είναι: «Βάλε τα όριά σου».

Συνήθως, όταν λέμε «βάζω όρια», εννοούμε ότι επικοινωνούμε στον άλλον μια κόκκινη γραμμή, εξηγούμε τι μας ενοχλεί, ζητάμε σεβασμό, δηλώνουμε τι δεν ανεχόμαστε. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να λειτουργήσει σε σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους με λειτουργική ενσυναίσθηση και διάθεση αμοιβαιότητας. Σε παθολογικές δυναμικές, όμως, απλώς δεν αρκεί. Τα λόγια από μόνα τους συχνά εκλαμβάνονται ως πρόσκληση για κλιμάκωση ή ως πεδίο περαιτέρω χειραγώγησης.

Όταν η πλήρης απομάκρυνση δεν είναι άμεσα εφικτή, όπως δηλαδή συμβαίνει συχνά στην οικογένεια, στον εργασιακό χώρο ή στη συνεπιμέλεια παιδιών, το ζήτημα παύει να είναι επικοινωνιακό και γίνεται στρατηγικό.

Εκεί χρειάζεται να περάσουμε στις επόμενες, πιο δύσκολες ερωτήσεις:

  • Πώς να έχει συνέπειες η συμπεριφορά του;

  • Τι του δημιουργεί πραγματικό κόστος;

  • Πώς γίνεται να μη με νοιάζει; (Όχι από γενική απάθεια ή κυνισμό, αλλά επειδή μόνο έτσι στερείται το συναισθηματικό «καύσιμο» που συντηρεί τη δυναμική της εκμετάλλευσης).

Σε μια τέτοια συνθήκη, τα όρια δεν επιβάλλονται με παρακάλια ούτε με αναλύσεις. Επιβάλλονται μέσω της ψυχικής και συμπεριφορικής απόστασης: μέσω της συναισθηματικής αποστασιοποίησης, της άρνησης επικύρωσης του «προσωπείου» του άλλου και της διαπραγμάτευσης από θέση πραγματικής ισχύος. Αν αποφασίσει κανείς να συνυπάρξει προσωρινά σε ένα τέτοιο περιβάλλον, απαιτείται «ζωή αθλητή» και καθημερινή πειθαρχία με έναν βασικό στόχο: τη συναισθηματική αποδέσμευση.

Αυτά τα ζητήματα, μαζί με τη νομική και ψυχολογική προετοιμασία στον εργασιακό χώρο, τη διάκριση ανάμεσα σε απαιτητικές και κακοποιητικές σχέσεις, αλλά και τους κινδύνους της πρόωρης συγχώρεσης, είχα την ευκαιρία να συζητήσω αναλυτικά με τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Νεκταρία Βαρσάμη-Πουλτσίδη για την εφημερίδα CorfuPress, με αφορμή το βιβλίο μου «Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους».

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη συνέντευξη στον παρακάτω σύνδεσμο:

👉 Διαβάστε τη συνέντευξη στο CorfuPress εδώ

Το βιβλίο «Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις iWrite.

Ηγεσία, γυναίκες και εταιρική κουλτούρα


τα βιβλία lean in και careless people δίπλα δίπλα


Υπάρχουν βιβλία που τα αγοράζεις επειδή κάποιος σου τα σύστησε, και υπάρχουν βιβλία που τα αγοράζεις επειδή κάποιος προσπάθησε να σε εμποδίσει να τα διαβάσεις. Το Careless People της Sarah Wynn-Williams, πρώην στελέχους της Meta/Facebook, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Λίγο πριν την κυκλοφορία του, η εταιρεία κινήθηκε νομικά για να εμποδίσει την προώθησή του και απαγόρευσε στη συγγραφέα να το προωθεί ή να μιλάει δημόσια γι’ αυτό. Το αποτέλεσμα ήταν το αναμενόμενο: το βιβλίο εκτοξεύτηκε στις λίστες ευπώλητων. Ο νόμος του Streisand δεν διαψεύδεται ποτέ: η απαγόρευση είναι το καλύτερο marketing που μπορεί να έχει ένα βιβλίο.


Κι εγώ λοιπόν το αγόρασα. Δεν θα το αγόραζα ίσως τόσο γρήγορα αν δεν με είχε ιντριγκάρει η ίδια η προσπάθεια φίμωσης. Το διάβασα, λοιπόν, με μια περιέργεια που δεν ήταν καθαρά λογοτεχνική, αλλά πιο προσωπική: πόσο σίγουρες μπορούμε να είμαστε, τελικά, για τα επαγγελματικά πρότυπα που ακολουθούμε; Γιατί το κύριο πρόσωπο που εμφανίζεται στο βιβλίο δεν είναι άλλο από τη Sheryl Sandberg -τη γυναίκα που για μια ολόκληρη γενιά επαγγελματιών γυναικών υπήρξε συνώνυμο της ενδυνάμωσης και τα βιβλία της οποίας είχα διαβάσει όταν έπαιρνα αποφάσεις για την επαγγελματική μου πορεία.


Η δική μου εμπειρία με το Lean In

Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα αναφερθεί στη συμμετοχή μου σε ένα Lean In circle (δείτε το εδώ) μία από τις μικρές ομάδες γυναικών σε θέσεις ηγεσίας που εμπνεύστηκαν από το ομώνυμο βιβλίο της Sandberg. Δεν ήταν εμπειρία που τη βίωσα επιπόλαια. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις πήρα πρακτικά μαθήματα για τον επαγγελματικό στίβο -πώς να διαπραγματεύεσαι, πώς να μιλάς σε ένα δωμάτιο γεμάτο άντρες, πώς να μην απολογείσαι για τη φιλοδοξία σου. Αλλά κέρδισα κάτι πιο σημαντικό από τεχνικές: μια ουσιαστική κατανόηση του τι σημαίνει γυναικεία αλληλεγγύη και φιλία στην πράξη, όχι στη θεωρία.


Το ερώτημα που μου γεννήθηκε διαβάζοντας το Careless People ήταν το εξής: αν αυτή η εμπειρία ήταν πραγματικά ωφέλιμη για μένα, πόσο τελικά με αφορά ο πραγματικός χαρακτήρας ή τα προσωπικά κίνητρα της γυναίκας που στάθηκε η αφορμή γι’ αυτό;




Για το υπόλοιπο άθρο διαβάστε εδώ


Η απίστευτη(;) ιστορία της Μόνικας Λεβίνσκι

 

Ιστορικό πορτρέτο της νεαρής Μόνικας Λεβίνσκι το 1998.


Το 1998, μια 24χρονη ασκούμενη στον Λευκό Οίκο βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο του μεγαλύτερου σκανδάλου της σύγχρονης εποχής. Έγινε, σύμφωνα με τα δικά της λόγια, «το πρώτο πρόσωπο που έχασε την προσωπική του υπόληψη σε παγκόσμια κλίμακα σχεδόν ακαριαία» - την ίδια ακριβώς στιγμή που το διαδίκτυο έκανε τα πρώτα του μαζικά βήματα.

Πώς λειτουργεί ο μηχανισμός του DARVO (Deny, Attack, Reverse Victim and Offender) όταν συγκρούεται ένας ισχυρός θεσμός με μια νέα γυναίκα; Πώς μια προσωπική σχέση μετατράπηκε σε παγκόσμιο θέαμα διαπόμπευσης, και πώς η ιστορία χρειάστηκε δεκαετίες για να αποδώσει δικαιοσύνη;

👉 Πατήστε εδώ για να διαβάσετε τη συνέχεια της ανάλυσης

«Βλέπω Ναρκισσιστές Παντού»: Γιατί κάθε σχέση που τελειώνει δεν είναι κλινική παθολογία


Εισαγωγή

Μια φίλη μου είπε πρόσφατα κάτι που μου έμεινε: «Από τότε που έμαθα τι είναι ναρκισσισμός, τον βλέπω παντού». Το είπε μισοαστεία, αλλά περιέγραφε κάτι πολύ πραγματικό. Ζούμε σε μια εποχή όπου η γλώσσα της ψυχοθεραπείας -τραύμα, gaslighting, ναρκισσισμός , PTSD- έχει βγει από το γραφείο του ειδικού και έχει μπει στην καθημερινή μας κουβέντα. Και αυτό έχει ένα πολύ καλό σκέλος: μας έδωσε λέξεις για πράγματα που παλιότερα τα υπομέναμε σιωπηλά. Έχει όμως και ένα ύπουλο σκέλος: μας κάνει να νομίζουμε ότι κάθε δυσάρεστη σχέση χρειάζεται διάγνωση για να δικαιολογηθεί το τέλος της.

Το ερώτημα που με απασχολεί δεν είναι «τι είναι ναρκισσισμός», αυτό το έχουν αναλύσει πολύ καλύτερα από εμένα πολλοί ειδικοί. Το ερώτημα είναι πιο πρακτικό: χρειάζεται να αποδείξω ότι κάποιος είναι τοξικός, με όρους σχεδόν κλινικούς, για να έχω το δικαίωμα να απομακρυνθώ;

Η απάντησή μου είναι όχι. Και για να το εξηγήσω, θα μοιραστώ ως παραδείγματα τρεις πολύ διαφορετικές εμπειρίες: μία σχέση με ξεκάθαρα στοιχεία χειραγώγησης, μία φιλία με ήπια αλλά υπαρκτή τοξικότητα, και μία φιλία που απλά δεν άντεξε, χωρίς κανείς να φταίει. Οι ιστορίες είναι αληθινές, έχω αλλάξει τα ονόματα και τις λεπτομέρειες.


Πρόσωπα που περπατούν μέσα σε έναν λαβύρινθο με ατέλειωτους καθρέφτες και οπτικές παραμορφώσεις, συμβολίζοντας τη σύγχυση και την αναζήτηση ναρκισσιστικών συμπεριφορών.
Χαμένη στο fun house mirrors:
Όταν η πραγματικότητα μπερδεύεται με τις αντανακλάσεις
και τις ετικέτες.


Κατηγορία 1: Όταν υπάρχει πραγματική χειραγώγηση

Πριν από χρόνια, η Ελένη γνώρισε ένα αγόρι που δεν της είχε πει ότι είχε ήδη σχέση. Το κατάλαβε μόνη της, αφού πήγε σπίτι του και είδε κάποια αντικείμενα. Όταν του ζήτησε τον λόγο, η απάντησή του ήταν: «Μα εσύ δεν με ρώτησες, άρα δεν σε ενδιέφερε». Χρόνια αργότερα, της έστειλε μήνυμα λέγοντας ότι έρχεται στην πόλη της, επ’ ευκαιρίας θέλει να τη δει και μάλιστα ζητάει συγγνώμη για τα παλιά.

Αυτό το περιστατικό έχει όλα τα χαρακτηριστικά που συνήθως εννοούμε όταν μιλάμε για τοξική συμπεριφορά:

  • Απόκρυψη μιας πληροφορίας που θα άλλαζε ριζικά τις αποφάσεις της Ελένης. Αυτό είναι χειραγώγηση.
  • Μετάθεση της ευθύνης στο άλλο μέρος («δεν ρώτησες») αντί για ανάληψη ευθύνης από τον ίδιο. Αυτό είναι gaslighting.
  • Επιστροφή χρόνια μετά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με μια συγγνώμη που έρχεται όταν βολεύει εκείνον και όχι όταν χρειάζεται στο άτομο που χειραγωγήθηκε και συνδυάζεται με απαίτηση από τον χρόνο της. Αυτό είναι έλλειψη ενσυναίσθησης και πιθανή νέα προσπάθεια χειραγώγησης. 

Δεν χρειάζεται να ξέρει κανείς αν αυτός ο άνθρωπος πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια μιας διαταραχής προσωπικότητας για να πει με σιγουριά ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν προβληματική. Υπήρχε πρόθεση απόκρυψης, άρνηση ευθύνης και μια δυναμική που άφηνε την Ελένη να διαχειρίζεται τις συνέπειες των επιλογών του. Αυτό είναι το πιο καθαρό παράδειγμα «red flag» - όχι επειδή το λέει μια ετικέτα, αλλά επειδή το δείχνει η ίδια η συμπεριφορά, επαναλαμβανόμενη και συνειδητή.

Οι όρους αυτοί για τη χειραγώγηση δεν χρησιμοποιούνται για να γίνει διάγνωση εξ αποστάσεως. Χρησιμεύουν όμως ως εργαλεία κατανόησης για το πώς βιώνουμε εμείς οι ίδιοι την απουσία ενσυναίσθησης.

Υπάρχει εδώ μια χρήσιμη διάκριση, που βοηθάει να καταλάβουμε γιατί αυτό δεν ήταν απλώς μια «κακή στιγμή» του άλλου:

Στην καθημερινή επικοινωνία, όταν κάποιος αδυνατεί να αντιληφθεί τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς του, συνήθως δεν πρόκειται για έλλειψη ικανότητας ενσυναίσθησης, αλλά για μια συγκυριακή αποτυχία επίγνωσης (failure of awareness) η οποία τροφοδοτείται από την τάση μας να βλέπουμε τα πράγματα μόνο μέσα από τη δική μας οπτική (egocentric bias), και επιδεινώνεται από το άγχος (stress), που περιορίζει την προσοχή μας. Με λίγα λόγια, όλοι μπορούμε να φερθούμε «βλακωδώς».

Στην παθολογία όμως η εικόνα είναι διαφορετική: το άτομο συνήθως καταλαβαίνει διανοητικά την κατάσταση του άλλου -η γνωστική ενσυναίσθηση λειτουργεί κανονικά- αλλά λείπει η συναισθηματική ενσυναίσθηση, το εσωτερικό κίνητρο να νοιαστεί αρκετά ώστε να αλλάξει. Και αυτό είναι μοτίβο συμπεριφοράς, όχι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αυτό εξηγεί γιατί η επιστροφή του, χρόνια μετά, με μια συγγνώμη που βόλευε μόνο εκείνον, δεν ήταν απλώς αδεξιότητα, αλλά ήταν συνέπεια ενός συγκεκριμένου κενού ενσυναίσθησης που είχε δείξει τα πρώτα σημάδια του στη σχέση.

Εδώ να κάνω και μια σημείωση για τη «συγγνώμη», ότι συνηθως δεν την βλέπουμε σε μεγαλειώδεις ναρκισσιστές αλλά υπάρχει σε άλλες μορφές ναρκισσισμού αλλά και ψυχοπάθειας ως προσπάθεια χειραγώγησης -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ξέρουμε τι θέμα είχε αυτό το αγόρι. Απλά ξέρουμε ότι έδειξε στην Ελένη σημάδια βαθύτερου προβλήματος.


Κατηγορία 2: Όταν κάποιος είναι απλώς αγενής ή δυσάρεστος, αλλά όχι χειριστικός

Μια φίλη της Μάρθας άρχισε να απομακρύνεται όταν η Μάρθα της έδειξε μια πλευρά του εαυτού της που δεν περίμενε. Όταν η Μάρθα μου μίλησε για το πρόβλημά της, μου εκμυστηρεύτηκε πως πίστευε ότι αυτή η φίλη την είχε τοποθετήσει νοερά στη θέση της «καλής κοπέλας από το χωριό» και όχι στη θέση ενός ανθρώπου με επαγγελματικές επιτυχίες. 

Η φίλη της δεν έκανε κάτι δραματικό ή προφανώς κακόβουλο. Μιλούσε για πράγματα που θα έκαναν μαζί, αλλά τελικά δεν κανόνιζε τίποτα από αυτά. Ακύρωνε ραντεβού μαζί με τη Μάρθα γιατί είχε να βγει με άλλες φίλες της. Ενώ είχαν κανονίσει καιρό να πάνε εκδρομή με το ίδιο αυτοκίνητο, τελικά πήρε μια άλλη φίλη στο δικό της και πρότεινε να πάει η Μάρθα σε άλλο αυτοκίνητο. Της έδειχνε, με μικρούς τρόπους, ότι είχε πέσει στην προτεραιότητα της φιλίας της.

Χωματόδρομος μέσα σε πυκνά δέντρα με φυσική αψίδα από κορμούς που οδηγεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις στο βάθος.
Ακόμα κι αν δεν είναι προφανές, τα μονοπάτια χωρίζουν
-χωρίς να χρειάζεται να έχει κανείς παθολογία.


Εδώ είναι σημαντικό να είμαστε ειλικρινείς: η σύνδεση ανάμεσα στην απομάκρυνσή της και της εύρεσης καλής εργασίας της Μάρθας είναι ερμηνεία της Μάρθας. Η φίλη δεν της είπε ποτέ ρητά κάτι τέτοιο. Και το πιο σημαντικό σημείο της δεύτερης κατηγορίας είναι αυτό: δεν υπήρχε εδώ κάποια στρατηγική χειραγώγησης, κάποιο σχέδιο για να εκμεταλλευτεί τη Μάρθα. Υπήρχε πιθανότατα αμηχανία, ίσως λίγος φθόνος και λίγη ζήλεια, ίσως δυσκολία να δεχτεί μια αλλαγή στη δυναμική τους. Ήταν αγένεια, μικρές παραμελήσεις, λίγο εγωκεντρική οπτική, έλλειψη ωριμότητας -αλλά όχι χειραγώγηση με τη στενή έννοια.

Ίσως και η Μάρθα, μέσα στον ενθουσιασμό της για τις αλλαγές στη δουλειά της και τα συνεχή γεγονότα της επαγγελματικής της ζωής, να γινόταν έντονη ή πιεστική. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δικός της ή της Μάρθας, σημασία έχει ότι η επικοινωνία τους είχε πια αλλοιωθεί.

Το σημαντικό εδώ δεν είναι να αποφασίσει η Μάρθα αν η φίλη της ήταν «λίγο τοξική» ή «καθόλου τοξική». Το σημαντικό είναι ότι η συμπεριφορά της τη βλάπτει -άσχετα από την πρόθεσή της- και αυτό αρκεί για να βάλει όρια ή να αποστασιοποιηθεί. Δεν χρειαζόμαστε διάγνωση για να πούμε ότι «αυτή η φιλία δεν μας κάνει καλό πια».

Αξίζει επίσης να πούμε ότι η φιλία δεν είναι πάντα το κατάλληλο πλαίσιο για να ζητήσουμε από κάποιον να αλλάξει. Το feedback σε έναν φίλο συχνά δεν «πιάνει» όχι επειδή δεν υπάρχει καλή θέληση, αλλά επειδή η σχέση είναι ήδη φορτισμένη με ιστορικό, συνήθειες, δεδομένα. Η πραγματική αλλαγή πρέπει να έρθει από το ίδιο το άτομο, από δική του εσωτερική ώθηση -δεν μπορείς να την προκαλέσεις εσύ, όσο καλά κι αν το εξηγήσεις.


Edit: Μετά τη δημοσίευση αυτού του άρθρου, το συζήτησα με μια φίλη μου και κάτι που μου είπε με έκανε να θέλω να προσθέσω μια διευκρίνιση στην Κατηγορία 2. Δεν θέλω να δώσω την εντύπωση ότι υποβαθμίζω κάτι που μπορεί να πονάει πολύ βαθιά.

Αν η απομάκρυνση δεν περιοριζόταν στη σχέση της Μάρθας με τη φίλη της, αλλά περιλάμβανε και κινήσεις που έβλαπταν άλλες σχέσεις της Μάρθας -όχι απλή απόσταση, αλλά ενεργή απομόνωσή της από άλλους ανθρώπους- τότε μιλάμε πια για κάτι πιο σοβαρό, πιο κοντά σε κακοήθεια παρά σε απλή αγένεια.

Και εδώ θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: άρα πρέπει να ψάξουμε αν υπάρχουν και τα υπόλοιπα κριτήρια μιας διαταραχής, π.χ. διογκωμένη αίσθηση αυτοσημαντικότητας; Νομίζω πως όχι, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο όλου αυτού του κειμένου: δεν χρειάζεται να υπεραναλύσουμε τη συμπεριφορά του άλλου με εργαλεία που φτιάχτηκαν για κλινική χρήση, όχι για την καθημερινή μας ζωή. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι τι συμβαίνει στο άτομο που βιώνει τη δυναμική: αισθάνεται απλώς στενοχώρια, ότι κάτι δεν του κάνει καλό πια, ή αισθάνεται δέσμιο, μέσα σε ένα δεσμό τραύματος που δεν το αφήνει να σκεφτεί καθαρά, θυμάται και τις καλές στιγμές και αναζητά ξανά και ξανά τη φίλη; Αυτό το δεύτερο λέει πολύ περισσότερα για τη δυναμική της σχέσης απ' όσο θα μας έλεγε ποτέ μια λίστα συμπτωμάτων.


Κατηγορία 3: Όταν καμία πλευρά δεν φταίει

Η τρίτη περίπτωση είναι η πιο δύσκολη να εξηγηθεί, γιατί δεν υπάρχει κανένας «κακός» σε αυτήν. Η Τόνια είχε οργανώσει ένα ταξίδι για να συναντήσει μια φίλη της σε άλλη πόλη. Κανόνισε να αφήσει τα παιδιά σε άλλους και να πάει γιατί για πολύ καιρό τα έλεγαν από το τηλέφωνο και είχε ανάγκη να νιώσει τη ζεστασιά της σχέσης από κοντά. Της πήρε και ένα δώρο.  Η φίλη της το ακύρωσε την τελευταία στιγμή επειδή αρρώστησε -και επειδή η Τόνια την ξέρει, την πιστεύει απόλυτα και δεν αμφισβητεί ότι ήταν αλήθεια.

Το πρόβλημα ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβη αυτό. Εκείνη την περίοδο η Τόνια βρισκόταν σε παθολογική σχέση. Τα logistics της προετοιμασίας του ταξιδιού είχαν ήδη απαιτήσει πολλή ενέργεια από εκείνη. Η ακύρωση την άφησε εκτεθειμένη σε κακόβουλα σχόλια από το παθολογικό άτομο: από «ψέματα μου έλεγες ότι πήγαινες να δεις τη φίλη σου» μέχρι «σου το έλεγα εγώ ότι κανείς δεν σε θέλει και δεν έχεις φίλες». Αυτά τα σχόλια δεν ήταν λάθος της φίλης της και ήταν θέμα της Τόνιας να τα διαχειριστεί. Το ζήτημα ήταν ότι, παρόλο που η Τόνια της είχε εξηγήσει πόσο δύσκολη ήταν η κατάστασή της, η φίλη δεν έδειχνε να καταλαβαίνει πόσο βαριά ζύγιζε κάτι που για εκείνη ήταν αυτονόητο και μικρό.

Αυτή δεν ήταν τοξική φιλία. Ήταν μια φιλία που δεν άντεξε τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες: την πραγματικότητα της φίλης της, όπου μια αρρώστια είναι απλώς μια αρρώστια, και της Τόνιας, που δεν είχε πια το απόθεμα να απορροφήσει ούτε μία ακόμα αναποδιά. Η Τόνια δεν περίμενε από τη φίλη της να ελέγξει την αρρώστια της. Περίμενε όμως από τον εαυτό της να παραδεχτεί ότι, στη φάση που ήταν, δεν είχε τα αποθέματα να διαχειριστεί ούτε αυτό. Και αυτό το περιστατικό ήταν ένα από τα πολλά φυσιολογικά ζητήματα της φίλης που ζητούσαν τη στήριξη της Τόνιας και η Τόνια κουράστηκε γιατί δεν μπορούσε να δώσει. Η διακοπή της σχέσης  δεν ήταν «τιμωρία» προς τη φίλη της, αλλά αναγνώριση των ορίων αντοχής της Τόνιας.

Ανάλογα τις εμπειρίες μας, μπορούμε να σκεφτούμε ότι η φίλη της Τόνιας αδικήθηκε πιο πολύ, αλλά πρέπει να θυμόμαστε και για τις δυο τους ότι καμία φιλία δεν είναι υποχρεωμένη να αντέξει οποιοδήποτε φορτίο, σε οποιαδήποτε στιγμή. 

Μερικές φορές οι άνθρωποι απλά δεν βρίσκονται στην ίδια φάση ζωής και κατανόησης της ζωής, και αυτό αρκεί για να τελειώσει κάτι, χωρίς να χρειάζεται να βρεθεί ένοχος. 

Δύο σχεδόν άδεια γυάλινα ποτήρια τσαγιού πάνω σε παραδοσιακό υφαντό τραπεζομάντιλο, αποτυπώνοντας το τέλος μιας συνάντησης.
Τελείωσε το τσάι: Όταν η ουσία μιας επαφής απλώς εξαντλείται.

Πολλές γυναίκες που έχουν περάσει από κακοποιητικές σχέσεις επιβεβαιώνουν επιβεβαιώνουν πόσο σημαντική είναι η αξιοπιστία των τρίτων γύρω μας, και πόσο μεγάλο είναι το διακύβευμα: η αβεβαιότητα γύρω σου γίνεται επικίνδυνη. Ακόμα και μια αναποδιά που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ασήμαντη, όπως μια ξαφνική αρρώστια μιας φίλης,  αποκτά δυσανάλογα μεγάλο βάρος, γιατί δεν έχεις τα περιθώρια να διαχειριστείς ούτε την ελάχιστη απόκλιση από το πρόγραμμα.

Είναι κρίμα μια παθολογική σχέση να επηρεάζει έτσι και άλλες, μη παθολογικές, σχέσεις γύρω της. Και είναι και ένα καμπανάκι για όλες μας για να θυμόμαστε πόσο κακή φίλη μπορεί να μας κάνει μια κακή σχέση. 

Από την άλλη αν είσαι από τους ανθρώπους που είναι ανοιχτοί για τις δυσκολίες που περνούν σε κάθε φάση της ζωής τους: αν ο άλλος απλά δεν καταλαβαίνει τι είδους στήριξη χρειάζεται κανείς δεν φταίει εκείνος, αλλά δεν φταις κι εσύ.


Γιατί η διάκριση έχει σημασία

Το να ονομάζουμε τα πάντα «τοξικά» ή «ναρκισσιστικά» έχει ένα κόστος. Πρώτον, δεν περιγράφει σωστά τους ανθρώπους που απλώς δεν ήταν τέλειοι, αλλά ούτε κακόβουλοι. Τους μετατρέπει σε «τέρατα» ενώ ήταν απλώς ανώριμοι, απασχολημένοι με τα δικά τους, ή σε διαφορετική φάση ζωής. Το να είναι κανείς self-absorbed -απορροφημένος στον εαυτό του, στη δική του ζωή- είναι κάτι διαφορετικό από ένα μοτίβο έλλειψης ενσυναίσθησης και αίσθησης μεγαλείου, που είναι το πραγματικό στοιχείο του ναρκισσισμού.

Δεύτερον, αν όλα είναι «ναρκισσισμός», τότε η λέξη χάνει τη δύναμή της ακριβώς όταν τη χρειαζόμαστε για πιο σοβαρές περιπτώσεις, όπως -ίσως- αυτή του πρώτου παραδείγματος.

Και εδώ αξίζει μια διευκρίνιση: η τοξικότητα είναι φάσμα, όχι διάγνωση. Δεν χρειάζεται ο άλλος να πληροί επίσημα κριτήρια για να «κατηγοριοποιηθεί» ως τοξικός. Aν κάποιος νιώθει παγιδευμένος μέσα σε μια σχέση, με έντονο άγχος, σύγχυση για το τι είναι αληθινό, ή μια αίσθηση ότι δεν μπορεί πια να εμπιστευτεί την ίδια του την κρίση, τότε βιώνει τοξικότητα, όσο κι αν κάποιος τρίτος θα το έβλεπε διαφορετικά. Η τοξικότητα δεν είναι κάτι που διαγιγνώσκεται στον άλλον· είναι κάτι που βιώνεται από αυτόν που το περνάει. (Αυτά τα είπα αναλυτικά και στη πρόσφατη συνέντευξή μου ΕΔΩ)

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξεχωρίσουμε μια πραγματικά χειριστική ή κακοποιητική σχέση από μια απλώς δύσκολη. Υπάρχει, και περνάει από το να μάθουμε να αναγνωρίζουμε συγκεκριμένες τακτικές: το gaslighting, την άρνηση ή την υποτίμηση όσων νιώθει ο άλλος, την προβολή δικών του ελαττωμάτων πάνω σου, το χάσμα ανάμεσα σε όσα λέει κάποιος και όσα τελικά κάνει, τον αποπροσανατολισμό.

Υπάρχει όμως κι ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να αναγνωρίσουμε: η ίδια συμπεριφορά δεν πληγώνει όλους τους ανθρώπους εξίσου. Ανάλογα με τη δυναμική της κάθε σχέσης, μια δυσλειτουργική συμπεριφορά μπορεί να αφήσει πολύ διαφορετικά ίχνη, όπως η ίδια ουσία δρα διαφορετικά σε κάθε οργανισμό. Στις πιο βαθιά προβληματικές σχέσεις, βλέπουμε συχνά το εξής μοτίβο: η μία πλευρά έχει, σε κάποιο βαθμό, ελλιπή ενσυναίσθηση, ενώ η άλλη συνδυάζει μεγάλη προθυμία για συνεργασία και φιλικότητα με έντονη ευσυνειδησία. Αυτά δεν είναι ελαττώματα, είναι χαρακτηριστικά που είναι πλεονεκτήματα. Απλώς, μέσα σε μια τέτοια δυναμική, γίνονται ακριβώς το σημείο που ο απέναντι εντοπίζει και εκμεταλλεύεται, κάνοντας την εμπειρία της τοξικότητας πιο έντονη -όχι επειδή φταίει όποιος τα έχει, αλλά επειδή είναι αυτά που τον κάνουν πιο ευάλωτο απέναντι στις επιπτσεις της συμπεριφοράς του άλλου.

Η ουσιαστική λοιπόν διάκριση δεν είναι ανάμεσα σε «τοξικό» και «μη τοξικό», αλλά ανάμεσα σε τρία διαφορετικά πράγματα:

  • Χειραγώγηση: πρόθεση, απόκρυψη, άρνηση ευθύνης, επαναλαμβανόμενο μοτίβο. -> Στοιχείο για πιθανή κλινική διάγνωση
  • Ανωριμότητα ή εγωισμός: αγένεια, έλλειψη ενσυναίσθησης, χωρίς όμως σχέδιο ή κακή πρόθεση. -> Στοιχείο για πιθανή τοξικότητα
  • Ασυμβατότητα φάσης ζωής: κανείς δεν φταίει, απλώς οι ανάγκες και οι αντοχές δεν ταιριάζουν πια.


Επίλογος: Δεν χρειάζεται διάγνωση για να φύγεις

Δεν χρειάζεται να αποδείξω σε κανέναν -ούτε στον εαυτό μου- ότι κάποιος πληροί τα κριτήρια μιας διαταραχής προσωπικότητας για να αποφασίσω ότι μια σχέση δεν μου κάνει καλό. «Αυτή η σχέση με φθείρει» είναι μια πλήρης και επαρκής πρόταση. Δεν χρειάζεται συνέχεια.

Το να ξέρουμε τι είναι πραγματική χειραγώγηση μας βοηθάει να αναγνωρίζουμε τα σοβαρά περιστατικά και να μην τα υποβαθμίζουμε. Το να ξέρουμε ότι δεν είναι κάθε δυσάρεστη συμπεριφορά παθολογική μας βοηθάει να μη ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο «τέρατα», όχι γιατί πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι ή ανάλαφροι, αλλά γιατί στατιστικά τα «τέρατα» παρά τον μεγάλο και συνεχή αντίκτυπο που έχουν είναι λιγότερα.

Και το να δεχόμαστε ότι μερικές σχέσεις απλά τελειώνουν, χωρίς να χρειάζεται να βρεθεί ένοχος, μας κάνει πιο ήρεμους απέναντι στην ίδια την ιδέα της απώλειας.

Παράλληλα, όμως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «ναρκισσιστής» όσο πιο σωστά γίνεται. Δεν είναι μια βολική ετικέτα για όποιον μας απογοήτευσε, ούτε συνώνυμο του «εγωιστής» ή «αγενής». Είναι ένας όρος με συγκεκριμένο περιεχόμενο -ένα μοτίβο έλλειψης ενσυναίσθησης, αίσθησης μεγαλείου και συστηματικής εκμετάλλευσης- και όταν τον χρησιμοποιούμε αδιακρίτως, δεν προστατεύουμε μόνο λάθος ανθρώπους από άδικο χαρακτηρισμό· αποδυναμώνουμε και τη δική μας ικανότητα να αναγνωρίσουμε τον όρο όταν πραγματικά τον χρειαστούμε, για τον εαυτό μας ή για κάποιον κοντινό μας άνθρωπο.

Δεν χρειάζεται να βλέπουμε ναρκισσιστές παντού. Χρειάζεται μόνο να ακούμε τον εαυτό μας όταν λέει: αυτό δεν μου κάνει καλό πια -και να κρατάμε τις πιο συγκεκριμένες λέξεις για τις στιγμές που πραγματικά χρειάζεται να εξηγήσουμε τη σχέση σε αυτό το πλαίσιο.


Μια ζωή χωρίς τελευταία λόγια

 Όταν ήμουν μικρή είχα δει μια ταινία δράσης με νίντζα. Ήταν μια ομάδα νίντζα που μόλις είχε επιτεθεί σε ένα κτίριο (δεν θυμάμαι την πλοκή, ...