Από την ψυχοεκπαίδευση στον ακτιβισμό: Γιατί πρώτα χρειαζόμαστε την ψυχολογία και μετά την κοινωνιολογία
1. Το έναυσμα: Πώς ένα «beef» έγινε δομική ανάλυση
Δεν σκόπευα να γράψω γι' αυτό. Παρακολουθούσα από απόσταση ό,τι εξελισσόταν online. Ήξερα τα βασικά, αλλά ήξερα επίσης πόσο εύκολα μια τέτοια εμπλοκή μπορεί να ενεργοποιήσει τα δικά σου τραύματα — ή να σε μετατρέψει σε νέο στόχο για ανθρώπους που αναζητούν μια επόμενη επιφάνεια να χτυπήσουν.
Με αφορά όμως το πώς μια δημόσια σύγκρουση αποκαλύπτει τα βαθύτερα ψυχικά τραύματα της κοινωνίας μας και τους μηχανισμούς με τους οποίους το σύστημα φιμώνει όσους τολμούν να μιλήσουν.
Και η πρόσφατη συζήτηση μου με τη Θέκλα Πετρίδου με έκανε να δω ότι πίσω από το διαδικτυακό «θέαμα» κρύβεται κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ένα μάθημα για το πώς η βαθιά γνώση ψυχολογίας γίνεται αναπόφευκτα κοινωνικός ακτιβισμός.
Προς αποφυγή παρεξηγήσεων: Η ανάλυση που ακολουθεί δεν αποτελεί κλινική διάγνωση προσώπων πίσω από μια οθόνη —κάτι τέτοιο θα ήταν αντιεπιστημονικό και επιπόλαιο— ούτε πηγάζει από κάποια διάθεση εμπλοκής σε «προσωπικές αντιπαραθέσεις». Αποτελεί μια αυστηρά θεωρητική αποτίμηση συμπεριφορικών μοτίβων (patterns) με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία. Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση της Θέκλας Πετρίδου σε βίντεό της δείτε το εδώ στο 1:43:33 λεπτό, το οποίο παρακολούθησαν χιλιάδες θεατές, δεν είναι το αντικείμενο του άρθρου, αλλά η αφορμή. Είναι η ζωντανή, εμπειρική επιβεβαίωση μιας συστημικής παθογένειας που αξίζει να αναλυθεί.
Η κεντρική θέση που θα υποστηρίξω είναι αυτή: για να κάνουμε ουσιαστικό κοινωνικό ακτιβισμό, πρέπει πρώτα να έχουμε κατανοήσει — και εν μέρει θεραπεύσει — το δικό μας ατομικό τραύμα. Αν αντιστρέψουμε τη σειρά, ο ακτιβισμός μετατρέπεται σε όχημα ασυνείδητης εκδίκησης και υποστήριξης ανθρώπων με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά. Και τότε δεν υπηρετεί κανέναν — ούτε τον «σκοπό», ούτε τα πραγματικά θύματα, ούτε τελικά τον εαυτό μας.
2. Η ψηφιακή αρένα: Ανωνυμία και ο «κοινοτικός» ναρκισσισμός
Το διαδίκτυο προσφέρει κάτι που ο πραγματικός κόσμος δεν επιτρέπει τόσο εύκολα: την αόρατη παρουσία. Πίσω από ένα προφίλ χωρίς πρόσωπο, μπορεί να κρυφτεί οποιοσδήποτε — και αυτό είναι ιδιαίτερα ελκυστικό για συγκεκριμένες προσωπικότητες.
Υπάρχει ένας τύπος που συνήθως αναφέρεται ως «κοινοτικός ναρκισσιστής»: κάποιος που κάνει «καλό» δημόσια, αλλά όχι γιατί τον ενδιαφέρει πραγματικά η αδικία. Τον ενδιαφέρει η εικόνα που χτίζει γύρω από το «καλό». Η δημόσια υπεράσπιση των αδύνατων, η αντιπαράθεση με τον «κακό», το να είναι ο «ήρωας της ημέρας» — όλα αυτά είναι η ναρκισσιστική του τροφοδοσία με μια ανωνυμία που του επιτρέπει να μη ρισκάρει ούτε την εικόνα του ούτε τίποτα άλλο.
Αυτός ο τύπος δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμος. Μιλά με τη σωστή ορολογία, χρησιμοποιεί τα σωστά hashtags, εμφανίζεται στο σωστό «στρατόπεδο». Αλλά αν κοιτάξεις από κοντά, θα παρατηρήσεις ότι η κατεύθυνση της επίθεσής του δεν ακολουθεί τη λογική της δικαιοσύνης — ακολουθεί τη λογική της μεγαλύτερης βλάβης στον στόχο.
Και όταν ο στόχος κερδίζει στα επιχειρήματα ουσίας, τότε η ανωνυμία και η ατιμωρησία επιτρέπουν την επίθεση στον χαρακτήρα (επίθεση ad hominem).
3. Reality check: Γιατί η Θέκλα Πετρίδου δεν είναι ναρκισσίστρια
Μία από τις πιο επικίνδυνες διαστρεβλώσεις στον δημόσιο διάλογο είναι η εξομοίωση: το να φέρνεις στο ίδιο επίπεδο τον θύτη και το θύμα επειδή «και οι δύο φωνάζουν». Αυτό είναι, ακριβώς, ψευδοϊσορροπία.
Πρώτο κριτήριο: η ευαλωτότητα. Οι ναρκισσιστές δεν τσαλακώνονται. Δεν παραδέχονται τραύμα με τρόπο που τους μειώνει μπροστά στους άλλους — γιατί αυτό απειλεί το μεγαλειώδες τους image. Η Θέκλα εκτίθεται και τσαλακώνεται. Αυτό, μόνο αυτό, αρκεί ως ένδειξη ότι δεν λειτουργεί ναρκισσιστικά.
Δεύτερο κριτήριο: η συμπεριφορά των πραγματικών θυμάτων. Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί βαθύ ναρκισσιστικό τραύμα συνήθως φοβούνται. Κρύβονται. Δεν οργανώνουν συντονισμένες ψηφιακές εκστρατείες, δεν επιτίθενται, δεν χτίζουν «κόμματα» κατά κάποιου. Αναζητούν απαντήσεις για να επιβιώσουν, όχι κοινό για να θριαμβεύσουν.
Επομένως, το προφίλ αυτών που επιτίθενται στη Θέκλα — και στις γυναίκες σαν αυτήν — δεν μοιάζει με προφίλ θυμάτων του υποτιθέμενου ναρκισσισμού της.
Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια σαφή διάκριση: Στην πραγματική ζωή ένα πραγματικό θύμα μπορεί να αντιδράσει σπασμωδικά, οργισμένα ή ακόμη και επιθετικά. Αυτό είναι μια άμυνα επιβίωσης, όχι ναρκισσισμός.
Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε ένα αντιδραστικό θύμα και σε έναν θύτη (ή στους βοηθούς του) έγκειται στη δομή της συμπεριφοράς. Δεν μιλάμε για κλινικές διαγνώσεις προσώπων πίσω από μια οθόνη —κάτι τέτοιο ανήκει αποκλειστικά στους ειδικούς ψυχικής υγείας σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Μιλάμε για την ανάλυση ορατών, συμπεριφορικών μοτίβων (patterns).
Και εδώ εισέρχονται δύο καθοριστικά κριτήρια που ξεμπροστιάζουν την ψευδοϊσορροπία:
Πρώτον, η αναζήτηση του αρχικού επιτιθέμενου (primary aggressor): Ποιος άνοιξε τον κύκλο της εχθρότητας; Ποιος ένιωσε την ανάγκη να εισβάλει στον ζωτικό ή επαγγελματικό χώρο του άλλου για να τον μειώσει;
Δεύτερον, η φύση των ερεθισμάτων (triggers): Όταν το πραγματικό θύμα αντιδρά —ακόμη και σπασμωδικά— το κάνει επειδή ενεργοποιούνται triggers που απειλούν την ασφάλειά του, την αξιοπρέπειά του ή την αλήθεια των γεγονότων που βίωσε. Αντίθετα, ο ναρκισσιστής θύτης (ή οι βοηθοί του) "πυροδοτείται" αποκλειστικά από οτιδήποτε απειλεί την αίσθηση αυτοσημαντικότητάς του (narcissistic injury) και το δικαίωμά του να ελέγχει το αφήγημα.
Και αυτό που παρατηρούμε στην ψηφιακή αρένα δεν είναι η σπασμωδική κραυγή ενός πληγωμένου ανθρώπου, αλλά μια οργανωμένη, μεθοδική και κακόβουλη εκστρατεία εξόντωσης χαρακτήρα. Αυτό το μοτίβο δεν πηγάζει από τραύμα· πηγάζει από τη στρατηγική του DARVO που θα δούμε παρακάτω.
Τρίτο κριτήριο: η συμπεριφορά των ανθρώπων που προστατεύουν τα θύματα . Το προφίλ αυτών που επιτίθενται στη Θέκλα δεν μοιάζει ούτε με το προφίλ των μαχητών ενάντια στον ναρκισσισμό. Οι μαχητές ενάντια στον ναρκισσισμό είναι άνθρωποι που δεν έχουν στοχοποιηθεί και στηρίζουν τα θύματα. Το προφίλ τους περιλαμβάνει αυτο-αποτελεσματικότητα και συναισθηματική σταθερότητα κάτι που δεν συνάδει με κακοήθεια όπως επιθέσεις για την εμφάνιση. Ξέρουν ότι για να νικήσουν τον ναρκισσιστή θα πρέπει πρέπει να κάνουν αυτό που η νομικός Rebecca Zung, αποκαλεί «ηθική χειραγώγηση του χειραγωγού», η οποία βασίζεται στα νομικά και επικοινωνιακά όρια και όχι στη λασπολογία.
Το προφίλ αυτών των ανθρώπων μοιάζει με θύτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τους γνωστούς στη βιβλιογραφία ως flying monkeys: άτομα που αναλαμβάνουν εθελοντικά να συντηρούν και να επεκτείνουν την επίθεση εκ μέρους κάποιου άλλου, ξεπερνώντας κάθε ηθικό και νόμιμο όριο κριτικής.
Με την ψυχοεκπαίδευση μπορούμε να μην γίνουμε flying monkeys άθελά μας.
4. Η γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης: Από την εργαλειοποίηση στον εκδημοκρατισμό — και το DARVO
Στη συζήτηση που κάναμε η Θέκλα μου είπε ανοιχτά κάτι που πολλοί δεν τολμούν να παραδεχτούν: ότι αποφεύγει πλέον να χρησιμοποιεί τον όρο «ναρκισσιστής» ως χαρακτηρισμό για τους άλλους. Κι αυτό, επειδή το έχουν κάνει και στην ίδια. Η ίδια η λέξη που υποτίθεται ότι περιγράφει τον θύτη χρησιμοποιήθηκε ως όπλο εναντίον της.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Έχει όνομα.
DARVO: Deny, Attack, and Reverse Victim and Offender — Άρνηση, Επίθεση και Αντιστροφή Θύματος και Θύτη. Είναι ένας μηχανισμός που έχει μελετηθεί εκτενώς στην ψυχολογία του τραύματος και εξηγεί τι κάνει ένα τοξικό σύστημα ή ένα τοξικό άτομο όταν στριμωχτεί: δεν απολογείται. Αρνείται κατηγορηματικά («δεν έγινε τίποτα»), επιτίθεται στον καταγγέλλοντα («εσύ είσαι το πρόβλημα») και, τέλος, αντιστρέφει τους ρόλους, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα της «άδικης επίθεσης» που δέχεται.
Η Θέκλα μίλησε. Το σύστημα απάντησε: «Εσύ είσαι η τοξική».
Ένα άλλο παράδειγμα είναι η συγγραφέας Ρένα Λούνα που έγραψε για τον σεξισμό του Καραγάτση. Το σύστημα της απάντησε: «Εσύ είσαι η επιθετική». Αυτό δεν είναι αντίλογος, δεν είναι διάλογος, δεν είναι κριτική. Είναι η κλασική, σχολική εφαρμογή του DARVO σε δημόσια θέα — με τη γλώσσα της ψυχολογίας να χρησιμοποιείται ως πολεμικό εργαλείο ακριβώς ενάντια σε αυτούς που ήθελε να βοηθήσει.
Και αυτός είναι ο πιο ύπουλος μηχανισμός: δεν καταστρέφει μόνο την αξιοπιστία του θύματος. Καταστρέφει και τον ίδιο τον όρο. Κάνει τα πραγματικά θύματα να φοβούνται να τον χρησιμοποιήσουν, μήπως και αυτά κατηγορηθούν ότι κάνουν το ίδιο. Έτσι η σιωπή εδραιώνεται.
Όταν ακόμη και άνθρωποι με βαθιά γνώση και προσωπική εμπειρία από τη διαδικτυακή τοξικότητα φτάνουν στο σημείο να αμφισβητούν ή να περιορίζουν τη χρήση λέξεων όπως «τοξικός» και «ναρκισσιστής», όπως η Ρένα Λούνα σε παλαιότερα κείμενά της σε κλειστή κοινότητα, αντιλαμβανόμαστε την πλήρη επιτυχία του DARVO. Το σύστημα δεν καταφέρνει μόνο να φιμώσει το θύμα· καταφέρνει να «μολύνει» την ίδια τη γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης. Αναγκάζει τους ανθρώπους που έχουν υποστεί κακοποίηση να αυτολογοκρίνονται και να φοβούνται να ονομάσουν το βίωμα τους, μήπως και κατηγορηθούν οι ίδιοι για την τοξικότητα που κατήγγειλαν. Έτσι, η σιωπή εδραιώνεται, όχι επειδή λείπουν οι λέξεις, αλλά επειδή οι λέξεις έχουν μετατραπεί σε όπλα αντιστροφής της αλήθειας.
Έχουν φυσικά δίκιο όσοι λένε ότι η αλόγιστη χρήση όρων όπως «τοξικός» ή «ναρκισσιστής» από μη-ψυχοεκπαιδευμένους ανθρώπους είναι πράγματι πρόβλημα. Αλλά η λύση δεν είναι να απαγορευτούν οι όροι. Η λύση είναι να τους κατανοήσουμε σωστά — ώστε το κοινό να αναγνωρίζει αμέσως το DARVO όταν το βλέπει, και να μη χειραγωγείται με την αντιστροφή της αλήθειας.
Ο ναρκισσισμός χρειάζεται να συζητείται με την ίδια άνεση και αντικειμενικότητα που συζητάμε για τη ΔΕΠΥ ή τον Αυτισμό — όχι ως βρισιά, όχι ως εργαλείο ακύρωσης, αλλά ως κλινική και συμπεριφορική πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει εκδημοκρατισμός: η ψυχολογική εκπαίδευση δεν πρέπει να παραμείνει προνόμιο κάποιων. Πρέπει να γίνει κτήμα του δημόσιου διαλόγου.
*Εδώ δεν χρησιμοποιούμε τα πραδείγματα για να κρίνουμε τις προσωπικές αποφάσεις, αλλά για δούμε πώς η ίδια η γλώσσα της ψυχοεκπαίδευσης μετατρέπεται από δικαίωση θυμάτων σε εργαλείο αντιστροφής της αλήθειας.
5. Μορφή vs ουσία: Ο σεξισμός ως ασπίδα του status quo
Υπάρχει πάντα μια διαφορά ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται να είναι ο στόχος της επίθεσης και σε αυτό που πραγματικά είναι ο στόχος.
Όταν μια γυναίκα που μιλά δημόσια δέχεται σχόλια για την εμφάνισή της, για την ηλικία της, για τον τόνο της φωνής της — αυτό δεν είναι κριτική. Είναι αποπροσανατολισμός. Τα εργαλεία της ψηφιακής παρενόχλησης — η χλεύη, ο σεξισμός, η επίθεση στα εξωτερικά χαρακτηριστικά και στον τρόπο ζωής — είναι φθηνά και αποτελεσματικά. Δεν χρειάζονται επιχείρημα. Στοχεύουν στο να μετατοπίσουν την ατζέντα από το «τι λες» στο «ποια είσαι».
Μπορεί ο σεξισμός να είναι το όχημα, αλλά το πραγματικό «έγκλημα» της Θέκλας — και κάθε γυναίκας που σπάει τη σιωπή της — δεν είναι ότι μίλησε δημόσια ως γυναίκα. Πολλές γυναίκες μιλάνε δημόσια και στηρίζουν το σύστημα χωρίς αντίποινα. Το πρόβλημα είναι όταν οι γυναίκες πειράζουν κατεστημένες δομές εξουσίας.
Οι πραγματικά τοξικοί άνθρωποι και οι άνθρωποι με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά έχουν έμφυτη αντίληψη των σχέσεων εξουσίας και αντιλαμβάνονται ακόμα και την απλή παράθεση γεγονότων (π.χ. ότι ένα άτομο επιδικνύει συμπεριφορές που το κατατάσσουν κάτω από μία διαταραχή προσωπικότητας, ή ότι ένα έργο του περασμένου αιώνα αποτύπωνε μια σεξιστική οπτική) ως απειλή στο δικό τους κύρος.
Απειλή στο status quo για αυτούς σημαίνει ότι θα επιτεθούν στη φόρμα: θα προσπαθήσουν να κόψουν την έκθεση, ν’ ακυρώσουν το πρόσωπο, ώστε ο κόσμος να μην ασχοληθεί με την ουσία.
Οι τοξικοί άνθρωποι γνωρίζουν πολλοί καλά ότι ο κόσμος συμπαθεί ή αντιπαθεί τα θύματα με βάση τις κοινωνικές προκαταλήψεις («τι φορούσε», «τι άλλα ελαττώμματα χαρακτήρα είχε») και πιστεύουν ότι σίγουρα θα βρουν κάτι για να στρέψουν τα φώτα της κοινής γνώμης πάνω σε κάτι άσχετο αλλά συνήθως κατακριτέο για το θύμα — και μακριά από τη δική τους συμπεριφορά και την αλήθεια των λόγων του θύματος.
Αυτόν τον μηχανισμό τον γνωρίζουμε. Τον έχουμε δει σε δράση ξανά και ξανά. Και παρ' όλα αυτά, κάθε φορά λειτουργεί — ακριβώς γιατί οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε εκπαιδευτεί να το αναγνωρίζουμε ως τακτική αντί για ως αλήθεια.
![]() |
| Οι στρατηγικές χειραγώγησης έχουν βαθιές ρίζες στον χρόνο |
![]() |
| Σελίδα 135: Όταν και το τελευταίο επιχείρημα χάνεται, η επίθεση μετατοπίζεται στο πρόσωπο (ad hominem). Ο ορισμός του ναρκισσιστικού status quo με ορολογία δύο αιώνων πίσω. |
6. Συμπέρασμα: Πρώτα η ψυχική εκπαίδευση, μετά οι μάχες
Αυτό που κάνει η Θέκλα Πετρίδου με τις επιστολές για θεσμική ρύθμιση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα είναι το ακριβές παράδειγμα για το οποίο μιλάω. Είναι η στιγμή που το προσωπικό παράπονο μετατρέπεται σε θεσμική θωράκιση. Είναι η μετάβαση από «πάσχω» σε «αλλάζω τους κανόνες για να μην πάσχει ο επόμενος».
Αλλά αυτή η μετάβαση δεν γίνεται από μόνη της. Χρειάζεται πρώτα να ξέρεις τι σου συνέβη. Να το έχεις ονομάσει. Να μην ενεργείς από το ανεπεξέργαστο τραύμα, αλλά από την κατανόησή του. Η κοινωνική δράση χωρίς αυτή την προηγούμενη ψυχική εκπαίδευση είναι τυφλή — και συχνά επικίνδυνη. Γίνεται η ίδια μηχανισμός πόνου, αλλά με την ετικέτα «για καλό σκοπό» πάνω της.
Το «αν δεν ξέρουμε καλύτερα, να μη μιλάμε» δεν είναι πρόσκληση σε σιωπή. Είναι πρόσκληση σε μελέτη.
Κι εγώ που μιλάω σήμερα, το κάνω επειδή κάποιες γυναίκες πριν από εμένα τόλμησαν να σπάσουν τους κανόνες — και να ανοίξουν τον δρόμο.











