Χωρίς λέξεις
Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, έμαθα ότι μια συμμαθήτριά μου από το δημοτικό που είχε πάει σε άλλο σχολείο πέθανε από αυτοκτονία. Το έμαθα από μια φίλη και με τάραξε πάρα πολύ. Μετά από μερικές μέρες πέτυχα τυχαία στον δρόμο μια καθηγήτρια που την ήξερε και το πρώτο πράγμα που της είπα ήταν “έμαθα ότι η Στέφη (προφανώς έχω αλλάξει το όνομα) αυτοκτόνησε, λυπάμαι πολύ”. Η καθηγήτρια με κοίταξε αυστηρά και μου είπε “Δεν αυτοκτόνησε, πέθανε από την καρδιά της. Είχε πρόβλημα στην καρδιά της”. Για λίγο το πίστεψα, αλλά μετά κατάλαβα ότι μου είχε πει ψέματα. Κατάλαβα ότι δεν έχουμε λέξεις για να μιλήσουμε για την αυτοκτονία.
Μια μέρα όταν ήμουν φοιτήτρια είχα πάει στο σπίτι της θείας μου και βάζοντας γάλα στον καφέ το έχυσα στον πάγκο. Η θεία μου πρόσεξε ότι ήμουν αναστατωμένη και με ρώτησε τι έχω. Της είπα ότι ένας πολύ καλός μου φίλος μου έστειλε ένα μήνυμα ότι δεν θα μπορέσουμε να βρεθούμε γιατί ένας φίλος του που είχα γνωρίσει κι εγώ αυτοκτόνησε. Η θεία μου με κοίταξε στωικά και μου είπε “Α, τον ηλίθιο”. Η θεία μου νοιαζόταν για μένα και ήθελε να μου δείξει ότι η αυτοκτονία δεν είναι κάτι που οι έξυπνοι άνθρωποι πρέπει να σκέφτονται και ότι η κοινωνία το αποδοκιμάζει. Αυτό που δεν ήξερε η θεία μου ήταν ότι κι εγώ η ίδια το είχα σκεφτεί εκείνη την περίοδο γιατί είχα αδιάγνωστη κατάθλιψη. Τότε κατάλαβα ότι δεν έχουμε λέξεις για να μιλήσουμε για την αυτοκτονία.
Γιατί δεν έχουμε λέξεις;
Ίσως γιατί αν αρχίσουμε να τις ψάχνουμε, θα πρέπει να βουτήξουμε σε έναν πόνο που μας τρομάζει. Αλλά σήμερα, έχοντας περάσει στην απέναντι όχθη, ξέρω ότι το να βρούμε αυτές τις λέξεις είναι ζήτημα ζωής.
Δεν έχουμε λέξεις αφενός γιατί η αυτοκτονία έχει πολλά θύματα. Και αφετέρου γιατί δεν έχουμε συνηθίσει έναν κόσμο που οι έννοιες του θύτη και του θύματος δεν έχουν πια νόημα. Μέχρι το τέλος του άρθρου θα καταλάβετε γιατί πρέπει να σκεφτούμε “out-of-the box”/ “έξω από το κουτί” για το θέμα.
Ποια είναι τα θύματα;
Καταρχάς είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τους ανθρώπους που επηρεάζονται από τον θάνατο -την οικογένεια, τους φίλους, την κοινότητα. Η αυτοκτονία φέρνει μαζί της και ένα ειδικό ψυχολογικό βάρος που δεν υπάρχει σε κάποιους άλλους θανάτους:
Α. Στίγμα. Το στίγμα έχει να κάνει με τη θυματοποίηση και την κοινωνική αποδοκιμασία. Η Ελλάδα είναι μια παραδοσιακή κοινωνία όπου η θρησκεία και η φήμη της οικογένειας παίζουν σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές σχέσεις. Αν πιστεύετε στον Θεό, να θυμάστε ότι οι διδασκαλίες της εκκλησίας αφορούν την προστασία και σωτηρία της πλειοψηφίας του κόσμου σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή. Καθώς η γνώση μέσω της επιστήμης εξελίσσεται, είναι δυνατό να αναζητήσουμε μια νέα πνευματικότητα που θα περιλαμβάνει περισσότερα από τα βιώματά μας.
Β. Η απόδοση ευθύνης. Η ψυχική υγεία των μελών της οικογένειας συχνά θεωρείται αρμοδιότητα των υπολοίπων μελών της οικογένειας ή και γενικότερα της κοινότητας. Προφανώς μπορεί να υπάρχουν ευθύνες ειδικά σε περιπτώσεις όπου έχει υπάρξει κακοποίηση, όμως το να τοποθετηθεί κάποιος λέγοντας “αυτός/ αυτή φταίει που ο/η Τάδε αυτοκτόνησε” είναι γνωστικά λίγο τεμπελικό και συναισθηματικά αρκετά ανώριμο.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι υπάρχουν αυτοκτονίες μετά από περιπτώσεις κακοποίησης όπως σχολικού εκφοβισμού και ενδοοικογενειακής βίας. Δείτε εδώ την απόφαση-σταθμό για την καταδίκη ενός άντρα από δικαστήριο της Αγγλίας επειδή η γυναίκα του αυτοκτόνησε μετά από κακοποίηση. Αλλά θα πρέπει να είμαστε τόσο προσεκτικοί στη διάκρισή μας όσο και οι εκπαιδευμένοι δικαστές της υπόθεσης.
Η αυτοκτονία είναι πάντα πολυπαραγοντική και το ανθρώπινο μυαλό προσπαθεί να αποφύγει το άβολο αίσθημα της αβεβαιότητας που απαιτεί η διάκριση και διαβάθμιση των παραγόντων -κάτι όμως που πρέπει να κάνουμε και θα το κάνουμε.
Γ. Το ανεπεξέργαστο τραύμα. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και η επαφή με ανθρώπους που έχουν αυτοκτονήσει είναι πολύ πιο συχνές από όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Η καθηγήτρια μου και η θεία μου χρησιμοποίησαν μηχανισμούς άμυνας (η πρώτη άρνηση και η δεύτερη επίθεση στον χαρακτήρα) όχι γιατί δεν ήθελαν να βοηθήσουν εμένα, αλλά επειδή δεν είχαν καταφέρει να έχουν μια μη τραυματισμένη αντίδραση πάνω στο ζήτημα.
Θύματα της αυτοκτονίας είναι επίσης τα άτομα που χάνουν τη ζωή τους από αυτήν. Πολλά αυτά είναι θύματα κατάθλιψης. Η κατάθλιψη, γνωσιακά, είναι διαταραχή επεξεργασίας πληροφοριών -δηλαδή υπάρχουν αρνητικά μοτίβα σκέψης. Σε νεαρότερες ηλικίες μάλιστα η κατάθλιψη μπορεί να είναι πλήρως λειτουργική, δηλαδή το παιδί να φαίνεται ότι συνεχίζει τη ζωή τους στα πλάισια του “φυσιολογικού”. Καθώς η διαχείρηση των συναισθημάτων είναι ανώριμη, η θλίψη μπορεί να εμφανίζεται ως θυμός ή άγχος -κάτι που συχνά μεταφράζεται ως “αναμενόμενο για την ηλικία”.
Αυτό που συμβαίνει στον αυτοκτονικό ιδεασμό λόγω κατάθλιψης είναι η γνωσιακή στένωση που οδηγεί στην απελπισία. Ο άνθρωπος δεν βλέπει καμία άλλη εναλλακτική λύση για να σταματήσει ο πόνος. Δεν θέλει απαραίτητα να πεθάνει· θέλει να σταματήσει να υποφέρει, και ο εγκέφαλος, λόγω της διαταραχής, του παρουσιάζει τον θάνατο ως τη μοναδική λογική διέξοδο.
Αν το άρθρο αυτό σε πίεσε συναισθηματικά, άφησε για λίγο τη θεωρία. Κάνε κλικ εδώ και διάβασε 100 λόγους για να είσαι ζωντανός/ή. Είναι μικρές, καθημερινές άγκυρες για να κρατηθείς όρθιος/η σήμερα. Μπορείς να κάνεις ένα σχόλιο και να προσθέσεις και τον δικό σου λόγο.
Οι άνθρωποι λοιπόν που χάνουν τη ζωή τους είναι θύματα αυτής της γνωσιακής στένωσης, αλλά και, σε πολλές περιπτώσεις, ενός έντονου παρορμητισμού που συνδυάζεται με περιστασιακή ή μόνιμη μοναξιά. Όταν μεγάλωνα εγώ στην Ελλάδα, τη δεκαετία του ‘90 και ‘00, υπήχε ένα θετικό πρόσημο στη λέξη “αυθόρμητος” σαν να ήταν καλό να μην σκέφτεσαι πριν δράσεις, επειδή έτσι “είσαι ο εαυτός σου”. Όπως υπήρχε και ένα θετικό πρόσημο στη λέξη “κοινωνικός”, οι άνθρωποι χωρίς κοινωνική ζωή θεωρούνταν προβληματικοί.
Και τα δύο δεν ισχύουν. Ούτε είναι καλό να είσαι ο εαυτός σου ειδικά όταν ανώριμος πόσο μάλλον όταν έχεις διαταραχές διαθέσεις και γνωσιακες διαταραχές, ούτε είναι κακό να μην έχεις κοινωνική ζωή ειδικά σε μικρές ηλικίες ή όταν βρίσκεσαι σε καταστάσεις που δεν μπορείς να ταιριάξεις με ανθρωπους.
Δεν ξέρω αν αυτά έχουν αλλάξει καθόλου, αλλά ξέρω ότι η κουλτούρα/ το περιβάλλον μπορεί να αυξήσει, να μειώσει ή να αλλάξει την ποιότητα της έκφρασης αυτών των πανανθρώπινων συναισθημάτων.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι ο παρορμητισμός αφορά συχνά τη στιγμή της πράξης (της εκτέλεσης), ενώ το υπόβαθρο χτιζόταν για καιρό. Κυρίως σε εφήβους ή υπό την επήρεια ουσιών μπορεί να έχουμε μικρότερη διάρκεια αυτοκτονικού ιδεασμού πριν την πράξη, αλλά η κλινική πραγματικότητα δείχνει ότι ο αυτοκτονικός ιδεασμός είναι συχνά μια μακρά, βασανιστική και άκρως προσχεδιασμένη διαδικασία (suicidal ideation & planning)
Τόσο η γνωσιακή όσο και η συναισθηματική διαταραχή είναι εξίσου σοβαρές με οποιαδήποτε οργανική ασθένεια. Με αυτή την έννοια, η μεταφορά της καθηγήτριάς μου ότι “η Στέφη πέθανε από την καρδιά της” είχε μια βαθύτερη, έστω και ασυνείδητη, αλήθεια: η κατάθλιψη πλήττει ένα όργανο —τον εγκέφαλο— εξίσου βίαια. Η κρίσιμη διαφορά με ένα ξαφνικό έμφραγμα είναι ότι η ψυχική νόσος μπορεί να προληφθεί και να θεραπευτεί αν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση. Βέβαια, εδώ κρύβεται η μεγάλη δυσκολία: πολλές φορές η κατάθλιψη είναι πλήρως λειτουργική και δεν «προειδοποιεί» με τον κλασικό τρόπο, ή το περιβάλλον δεν είναι εκπαιδευμένο να δει τα κρυφά σημάδια. Η εξίσωση με μια σωματική ασθένεια είναι απαραίτητη για έναν και μόνο λόγο: για να εξαλείψουμε το στίγμα και να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος υποφέρει από κάτι που τον ξεπερνά, ώστε να ζητήσει βοήθεια έγκαιρα.
Τέλος, θύματα της αυτοκτονίας είναι και όσοι επιζούν από απόπειρα γιατί συχνά πρέπει να ζήσουν με σωματικές βλάβες από την απόπειρα, αλλά και με σύγχυση για τους ρόλους των ανθρώπων που είχαν σχέση που συχνά οδηγεί στο “Τρίγωνο του Δράματος” (ποιος ήταν το θύμα, ποιος ο θύτης, και ποιος ο σωτήρας), κάτι που δεν βοηθάει στην ανάκαμψη από το τραύμα.
Συχνές (λάθος) ερωτήσεις
Τι έλεγε το σημείωμα;
Για κάποιο λόγο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το τελευταίο σημείωμα που αφήνει ένας άνθρωπος σε συναισθηματική και γνωστική διαταραχή θα δώσει απαντήσεις. Υπάρχουν μερικά σενάρια που πρέπει να γνωρίζουμε πριν διαβάσουμε το σημείωμα:
Α. Το σημείωμα να αναφέρεται σε ένα περιστατικό που “ξεχείλισε το ποτήρι” ή ήταν “το κερασάκι στην τούρτα” στη συναισθηματική δυσφορία. Προφανώς αν αυτό το περιστατικό από μόνο του ήταν ικανό να κάνει κάποιον να αυτοκτονήσει, θα είχαν αυτοκτονήσει όσοι άνθρωποι είχαν βιώσει την ίδια εμπειρία (και στατιστικά είναι πολλοί).
Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι αν δεν υπήχε αυτό το περιστατικό το θύμα θα σωζόταν. Αν δεν υπήρχε αυτό το περιστατικό, θα υπήρχε κάποιο άλλο. Χωρίς την έγκαιρη παρέμβαση ειδικού η απόπειρα είναι απλά θέμα χρόνου.
Β. Το σημείωμα να αναφέρεται σε άσχετο περιστατικό ή κατάσταση από αυτό που προκάλεσε την δυσφορία του θύματος για να μην στεναχωρήσει κάποιους ή για να μην αποκαλύψει κάτι για τον εαυτό του. Αυτό πολλοί άνθρωποι το υποψιάζονται, για αυτό πολλές φορές λένε “δεν ήταν αυτό, εγώ ξέρω ότι ήταν το άλλο”. Η αλήθεια όμως είναι ότι η αυτοκτονία μας στερεί τη δυνατότητα να ξέρουμε οτιδήποτε πέρα από το ότι το θύμα είχε αρρύθμιστα συναισθήματα και διαστρεβλωμένες σκέψεις. Δημιουργεί ένα άβολο συναίσθημα να μην ξέρεις την αλήθεια, αλλά αυτή είναι η αλήθεια: Δεν ξέρεις.
Γ. Το σημείωμα να έχει καθαρά πρακτικό ή διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Τέτοια σημειώματα περιέχουν κωδικούς τραπεζών, οδηγίες για την κηδεία, πού βρίσκονται τα έγγραφα ή τι να κάνουν με το κατοικίδιο. Αυτό δείχνει απλώς τη γνωσιακή αποσύνδεση και τίποτα άλλο.
Δ. Το σημείωμα να είναι είτε ένα σημείωμα κατηγορητηρίου είτε ένα σημείωμα απολύτρωσης. Υπάρχουν σημειώματα που γράφονται με ξεκάθαρο στόχο να προκαλέσουν ενοχή (π.χ. "Εσύ με οδήγησες εδώ", "Τώρα θα πληρώσεις για όσα μου έκανες"). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το σενάριο "δεν θέλω να στενοχωρήσω τους γονείς μου" και αποτελεί μια επιθετική πράξη της διαταραγμένης σκέψης.
Υπάρχουν επίσης σημειώματα που δείχνουν ότι ο αυτόχειρας είναι πεπεισμένος ότι αποτελεί βάρος για τους γύρω του. Για τον ίδιο, η πράξη του είναι μια πράξη αγάπης και θυσίας, όσο διαστρεβλωμένο κι αν ακούγεται.
Αυτά τα δύο τα βάζω στην ίδια κατηγορία γιατί έχουν τις ίδιες γνωσιακές στρεβλώσεις (black and white thinking, catastrophising, blaming).
Σε γενικές γραμμές σπάνια ένα θύμα θα έχει τη διαύγεια να μας δώσει τα εργαλεία να καταλάβουμε τι του συνέβη -αν μπορούσε θα είχε βρει και τρόπο να ζητήσει βοήθεια.
Η αλήθεια που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι κανένα σημείωμα δεν γράφεται με πραγματική διαύγεια. Είναι αποτυπώματα μιας προσωρινής γνωσιακής καταιγίδας. Και το κλειδί είναι αυτό: είναι προσωρινή. Ο πόνος που σήμερα φαίνεται μόνιμος και οδηγεί σε τέτοια σημειώματα, με τη σωστή βοήθεια υποχωρεί, και η σκέψη ξαναβρίσκει το φως της.
Πού ήταν οι γονείς;
Στην εξαιρετική ανάλυση που έκανε η Αγνή Μαριακάκη στο βίντεό της για την υπόθεση της διπλής αυτοκτονίας στην Ηλιούπολη, είπε ότι πολλά παιδιά που πεθαίνουν από αυτοκτονία προέρχονται από οικογένειες με αγάπη και αρχές. Επεσήμανε ότι γίνονται ευαίσθητα παιδιά που όμως δεν θέλουν να στενοχωρήσουν τους γονείς τους και για αυτό δεν μοιράζονται τις σκέψεις που δεν μπορούν να διαχειριστούν.
Ενώ σωστά η ανάλυση της Αγνής Μαριακάκη αποσκοπεί στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας στα παιδιά, μπορεί να εκληφθεί ως μια έμμεση κατηγορία στους γονείς -ότι μεγαλώνουν ‘snowflakes’. Αυτό παραγνωρίζει ότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν εύθραυστα (fragile), αντιθέτως ζούσαν για μέρες, μήνες ή και χρόνια με αβάσταχτο πόνο. Είναι άδικο να κρίνουμε κάποιον ως εύθραυστο από τη συγκεκριμένη στιγμή της κλιμάκωσης της αδυναμίας, του πόνου και της ατυχίας. Το ίδιο άτομο, αν είχε επιβιώσει, πολλές φορές χωρίς ποτέ κανείς να μάθει για την απόπειρα, θα μπορούσε αργότερα να χαρακτηριστεί ως υπόδειγμα ανθεκτικότητας.
Αυτό που ξέρουμε είναι τα θύματα είχαν πόνο που δεν μπορούσαν να τον βάλουν σε λόγια. Και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ούτε αυτά, ούτε τις οικογένειές τους. Μόνο ως κοινωνία μπορούμε να ψυχοεκπαιδευτούμε σε διάφορα θέματα π.χ. ρύθμιση συναισθημάτων, διαφορές προσωπικότητας, έλλειψη στίγματος για την ψυχική υγεία. Αυτό θα αλλάξει το τι η κοινωνία θεωρεί “φυσιολογικό” και τι η ψυχολογία θεωρεί “αναπόφευκτο στάδιο ανάπτυξης”.
Είναι στατιστικά βέβαιο ότι υπάρχουν γονείς που κακοποίησαν ή παραμέλησαν τα παιδιά τους και αυτά πέθαναν από αυτοκτονία, αλλά αυτό το ξέρουν μόνο όσοι ειδικοί γνωρίζουν τη συγκεκριμένη οικογένεια. Η ερώτηση “πού είναι οι γονείς;” υποννοεί ότι έχουμε μια έτοιμη κοινωνική απάντηση που στο μόνο πράγμα που βοηθάει είναι να αισθανθούμε εμείς καλύτερα -πουθενά αλλού.
Μα ποιος φταίει τελικά;
Πολλοί άνθρωποι θέλουν να μάθουν “ποιος φταίει” ή “τι φταίει” ώστε να φτιάξουν τα πράγματα και να μην συμβεί και σε αυτούς και στους αγαπημένους τους. Ενώ αυτό είναι κατανοητό, η απόδοση ευθυνών είναι παραπλανητική: Πρώτον, δεν είναι δική τους δουλειά η ψυχική ιστορία ενός εκλιπόντος. Δεύτερον, δεν μπορούμε να κάνουμε κοινωνική ανάλυση από μια ιστορία κάποιου -υπάρχουν μελέτες που δείχνουν τις κοινωνικές συνθήκες της συμπεριφοράς της αυτοκτονίας, οι οποίες έτσι κι αλλιώς για τον πολύ κόσμο είναι υπερβολικά θεωρητικές για να κάνουν κάτι για αυτές. Τρίτον, τα πράγματα μπορούν να φτιάξουν με ένα απλό βήμα, χωρίς να ξέρετε ποιος φταίει: Την αυτοσυμπόνια.
Να καθίσεις με τον πόνο σου. Η θεία μου και η καθηγήτρια μου απάντησαν έτσι επειδή δεν μπορούσαν να παραδεχτούν πόσο πολύ είχαν ταραχτεί και οι ίδιες. Θα έπρεπε να δείξουν αγάπη στον εαυτό τους και να ηρεμήσουν, πριν μπορέσουν να ηρεμήσουν ένα παιδί (εμένα).
Μια απλή απάντηση θα ήταν “Λυπάμαι πολύ για αυτό. Δεν έχω λόγια. Πώς μπορώ να βοηθήσω;” Και ίσως τότε θα μοιραζόμασταν και οι δύο τον πόνο μας και θα καθόμασταν δίπλα-δίπλα γνωρίζοντας πως το περνάμε μαζί.
Μέσα από αυτό το μοίρασμα, θα άνοιγε ο δρόμος για να αναζητήσουμε απαντήσεις από ειδικούς, χωρίς τον φόβο της ντροπής.
Γιατί μετά από την αυτο-συμπόνια έρχεται η δράση στην κοινότητα. Εκεί ξεκινά η πραγματική ψυχοεκπαίδευση: μακριά από προκαταλήψεις για το τι σημαίνει να είσαι θύμα και μακριά από εύκολες λύσεις τύπου ‘blame game’. Με παρουσία, έλλειψη επίκρισης και ευαλωτότητα.
Η ερώτηση που ΔΕΝ κάναμε
Τι γίνεται στην ιατρικά υποβοηθούμενη επιλογή;
Η κοινωνία που αρνείται να συζητήσει την αυτοκτονία σε κατάσταση γνωσιακής και ψυχικής διαταραχής (λόγω ταμπού), αδυνατεί να ρυθμίσει νομοθετικά την υποβοηθούμενη αυτοκτονία για ανθρώπους με σοβαρά και χρόνια προβλήματα (λόγω δογματισμού).
Η ποιότητα της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας είναι διαφορετική από την αυτοκτονία σε διαταραχή: Η μια είναι επιστημονική διέξοδος από τον πόνο που επιλέγεται μετά από εκτενή διαδικασία με εμπλοκή ειδικών (γίνεται έχοντας διαύγεια), η άλλη είναι υποκειμενική αντιμετώπιση δυσφορίας που επιλέγεται σε κατάσταση δυσλειτουργίας (γίνεται χωρίς να έχουμε διαύγεια).
Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι πράγματι ένα τεράστιο, αυτόνομο ηθικό/νομικό ζήτημα. Δεν θέλω να μπερδέψω τον αναγνώστη που ήρθε εδώ λόγω της "κλασικής" αυτοκτονίας λόγω κατάθλιψης. Αλλά είναι ο ίδιος που θα κληθεί να λάβει αποφάσεις για το θέμα και πρέπει να έχει διαχωρίσει ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά πράγματα. Για να σκεφτείτε και να καταλάβετε τη διαφορά ακούστε την ψυχοεκπαιδευτική συνέντευξη της Maria Rolls εδώ
Είναι κρίσιμο να ξεκαθαρίσουμε ότι ο ψυχικός πόνος της κατάθλιψης, όσο αβάσταχτος κι αν μοιάζει αυτή τη στιγμή, δεν είναι μια ανίατη σωματική νόσος τελικού σταδίου· είναι μια κατάσταση αναστρέψιμη που θεραπεύεται. Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία αφορά τελείως διαφορετικές ιατρικές πραγματικότητες και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επιλογή ή απάντηση στην ψυχική οδύνη.
Αυτό το άρθρο σε έκανε να αισθανθείς άβολα;
Αν ναι, θα πρέπει να το συζητήσεις -αλλά όχι μαζί μου ούτε με μη-ψυχοεκπαιδευμένους ανθρώπους, θα καλέσεις τη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία στο 1018. Αν διαβάζεις αγγλικά δες αυτές τις πηγές:
https://www.rbkc.gov.uk/health-and-social-care/public-health/suicide-prevention/suicide-prevention-online-resources-and-further-training
Αν το άρθρο σε έκανε να αισθανθείς άβολα κυρίως γνωσιακά και όχι συναισθηματικά, αυτό είναι καλό. Κάνε μια βόλτα στη φύση, δες μια ταινία και ξαναδιάβασε το.
Η αυτοκτονία δεν είναι ταμπού, είναι ένα ζήτημα προς συζήτηση.