«Βλέπω Ναρκισσιστές Παντού»: Γιατί κάθε σχέση που τελειώνει δεν είναι κλινική παθολογία


Εισαγωγή

Μια φίλη μου είπε πρόσφατα κάτι που μου έμεινε: «Από τότε που έμαθα τι είναι ναρκισσισμός, τον βλέπω παντού». Το είπε μισοαστεία, αλλά περιέγραφε κάτι πολύ πραγματικό. Ζούμε σε μια εποχή όπου η γλώσσα της ψυχοθεραπείας -τραύμα, gaslighting, ναρκισσισμός , PTSD- έχει βγει από το γραφείο του ειδικού και έχει μπει στην καθημερινή μας κουβέντα. Και αυτό έχει ένα πολύ καλό σκέλος: μας έδωσε λέξεις για πράγματα που παλιότερα τα υπομέναμε σιωπηλά. Έχει όμως και ένα ύπουλο σκέλος: μας κάνει να νομίζουμε ότι κάθε δυσάρεστη σχέση χρειάζεται διάγνωση για να δικαιολογηθεί το τέλος της.

Το ερώτημα που με απασχολεί δεν είναι «τι είναι ναρκισσισμός», αυτό το έχουν αναλύσει πολύ καλύτερα από εμένα πολλοί ειδικοί. Το ερώτημα είναι πιο πρακτικό: χρειάζεται να αποδείξω ότι κάποιος είναι τοξικός, με όρους σχεδόν κλινικούς, για να έχω το δικαίωμα να απομακρυνθώ;

Η απάντησή μου είναι όχι. Και για να το εξηγήσω, θα μοιραστώ ως παραδείγματα τρεις πολύ διαφορετικές εμπειρίες: μία σχέση με ξεκάθαρα στοιχεία χειραγώγησης, μία φιλία με ήπια αλλά υπαρκτή τοξικότητα, και μία φιλία που απλά δεν άντεξε, χωρίς κανείς να φταίει. Οι ιστορίες είναι αληθινές, έχω αλλάξει τα ονόματα και τις λεπτομέρειες.


Πρόσωπα που περπατούν μέσα σε έναν λαβύρινθο με ατέλειωτους καθρέφτες και οπτικές παραμορφώσεις, συμβολίζοντας τη σύγχυση και την αναζήτηση ναρκισσιστικών συμπεριφορών.
Χαμένη στο fun house mirrors:
Όταν η πραγματικότητα μπερδεύεται με τις αντανακλάσεις
και τις ετικέτες.


Κατηγορία 1: Όταν υπάρχει πραγματική χειραγώγηση

Πριν από χρόνια, η Ελένη γνώρισε ένα αγόρι που δεν της είχε πει ότι είχε ήδη σχέση. Το κατάλαβε μόνη της, αφού πήγε σπίτι του και είδε κάποια αντικείμενα. Όταν του ζήτησε τον λόγο, η απάντησή του ήταν: «Μα εσύ δεν με ρώτησες, άρα δεν σε ενδιέφερε». Χρόνια αργότερα, της έστειλε μήνυμα λέγοντας ότι έρχεται στην πόλη της, επ’ ευκαιρίας θέλει να τη δει και μάλιστα ζητάει συγγνώμη για τα παλιά.

Αυτό το περιστατικό έχει όλα τα χαρακτηριστικά που συνήθως εννοούμε όταν μιλάμε για τοξική συμπεριφορά:

  • Απόκρυψη μιας πληροφορίας που θα άλλαζε ριζικά τις αποφάσεις της Ελένης. Αυτό είναι χειραγώγηση.
  • Μετάθεση της ευθύνης στο άλλο μέρος («δεν ρώτησες») αντί για ανάληψη ευθύνης από τον ίδιο. Αυτό είναι gaslighting.
  • Επιστροφή χρόνια μετά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με μια συγγνώμη που έρχεται όταν βολεύει εκείνον και όχι όταν χρειάζεται στο άτομο που χειραγωγήθηκε και συνδυάζεται με απαίτηση από τον χρόνο της. Αυτό είναι έλλειψη ενσυναίσθησης και πιθανή νέα προσπάθεια χειραγώγησης. 

Δεν χρειάζεται να ξέρει κανείς αν αυτός ο άνθρωπος πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια μιας διαταραχής προσωπικότητας για να πει με σιγουριά ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν προβληματική. Υπήρχε πρόθεση απόκρυψης, άρνηση ευθύνης και μια δυναμική που άφηνε την Ελένη να διαχειρίζεται τις συνέπειες των επιλογών του. Αυτό είναι το πιο καθαρό παράδειγμα «red flag» - όχι επειδή το λέει μια ετικέτα, αλλά επειδή το δείχνει η ίδια η συμπεριφορά, επαναλαμβανόμενη και συνειδητή.

Οι όρους αυτοί για τη χειραγώγηση δεν χρησιμοποιούνται για να γίνει διάγνωση εξ αποστάσεως. Χρησιμεύουν όμως ως εργαλεία κατανόησης για το πώς βιώνουμε εμείς οι ίδιοι την απουσία ενσυναίσθησης.

Υπάρχει εδώ μια χρήσιμη διάκριση, που βοηθάει να καταλάβουμε γιατί αυτό δεν ήταν απλώς μια «κακή στιγμή» του άλλου:

Στην καθημερινή επικοινωνία, όταν κάποιος αδυνατεί να αντιληφθεί τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς του, συνήθως δεν πρόκειται για έλλειψη ικανότητας ενσυναίσθησης, αλλά για μια συγκυριακή αποτυχία επίγνωσης (failure of awareness) η οποία τροφοδοτείται από την τάση μας να βλέπουμε τα πράγματα μόνο μέσα από τη δική μας οπτική (egocentric bias), και επιδεινώνεται από το άγχος (stress), που περιορίζει την προσοχή μας. Με λίγα λόγια, όλοι μπορούμε να φερθούμε «βλακωδώς».

Στην παθολογία όμως η εικόνα είναι διαφορετική: το άτομο συνήθως καταλαβαίνει διανοητικά την κατάσταση του άλλου -η γνωστική ενσυναίσθηση λειτουργεί κανονικά- αλλά λείπει η συναισθηματική ενσυναίσθηση, το εσωτερικό κίνητρο να νοιαστεί αρκετά ώστε να αλλάξει. Και αυτό είναι μοτίβο συμπεριφοράς, όχι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αυτό εξηγεί γιατί η επιστροφή του, χρόνια μετά, με μια συγγνώμη που βόλευε μόνο εκείνον, δεν ήταν απλώς αδεξιότητα, αλλά ήταν συνέπεια ενός συγκεκριμένου κενού ενσυναίσθησης που είχε δείξει τα πρώτα σημάδια του στη σχέση.

Εδώ να κάνω και μια σημείωση για τη «συγγνώμη», ότι συνηθως δεν την βλέπουμε σε μεγαλειώδεις ναρκισσιστές αλλά υπάρχει σε άλλες μορφές ναρκισσισμού αλλά και ψυχοπάθειας ως προσπάθεια χειραγώγησης -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ξέρουμε τι θέμα είχε αυτό το αγόρι. Απλά ξέρουμε ότι έδειξε στην Ελένη σημάδια βαθύτερου προβλήματος.


Κατηγορία 2: Όταν κάποιος είναι απλώς αγενής ή δυσάρεστος, αλλά όχι χειριστικός

Μια φίλη της Μάρθας άρχισε να απομακρύνεται όταν η Μάρθα της έδειξε μια πλευρά του εαυτού της που δεν περίμενε. Όταν η Μάρθα μου μίλησε για το πρόβλημά της, μου εκμυστηρεύτηκε πως πίστευε ότι αυτή η φίλη την είχε τοποθετήσει νοερά στη θέση της «καλής κοπέλας από το χωριό» και όχι στη θέση ενός ανθρώπου με επαγγελματικές επιτυχίες. 

Η φίλη της δεν έκανε κάτι δραματικό ή προφανώς κακόβουλο. Μιλούσε για πράγματα που θα έκαναν μαζί, αλλά τελικά δεν κανόνιζε τίποτα από αυτά. Ακύρωνε ραντεβού μαζί με τη Μάρθα γιατί είχε να βγει με άλλες φίλες της. Ενώ είχαν κανονίσει καιρό να πάνε εκδρομή με το ίδιο αυτοκίνητο, τελικά πήρε μια άλλη φίλη στο δικό της και πρότεινε να πάει η Μάρθα σε άλλο αυτοκίνητο. Της έδειχνε, με μικρούς τρόπους, ότι είχε πέσει στην προτεραιότητα της φιλίας της.

Χωματόδρομος μέσα σε πυκνά δέντρα με φυσική αψίδα από κορμούς που οδηγεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις στο βάθος.
Ακόμα κι αν δεν είναι προφανές, τα μονοπάτια χωρίζουν
-χωρίς να χρειάζεται να έχει κανείς παθολογία.


Εδώ είναι σημαντικό να είμαστε ειλικρινείς: η σύνδεση ανάμεσα στην απομάκρυνσή της και της εύρεσης καλής εργασίας της Μάρθας είναι ερμηνεία της Μάρθας. Η φίλη δεν της είπε ποτέ ρητά κάτι τέτοιο. Και το πιο σημαντικό σημείο της δεύτερης κατηγορίας είναι αυτό: δεν υπήρχε εδώ κάποια στρατηγική χειραγώγησης, κάποιο σχέδιο για να εκμεταλλευτεί τη Μάρθα. Υπήρχε πιθανότατα αμηχανία, ίσως λίγος φθόνος και λίγη ζήλεια, ίσως δυσκολία να δεχτεί μια αλλαγή στη δυναμική τους. Ήταν αγένεια, μικρές παραμελήσεις, λίγο εγωκεντρική οπτική, έλλειψη ωριμότητας -αλλά όχι χειραγώγηση με τη στενή έννοια.

Ίσως και η Μάρθα, μέσα στον ενθουσιασμό της για τις αλλαγές στη δουλειά της και τα συνεχή γεγονότα της επαγγελματικής της ζωής, να γινόταν έντονη ή πιεστική. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, δικός της ή της Μάρθας, σημασία έχει ότι η επικοινωνία τους είχε πια αλλοιωθεί.

Το σημαντικό εδώ δεν είναι να αποφασίσει η Μάρθα αν η φίλη της ήταν «λίγο τοξική» ή «καθόλου τοξική». Το σημαντικό είναι ότι η συμπεριφορά της τη βλάπτει -άσχετα από την πρόθεσή της- και αυτό αρκεί για να βάλει όρια ή να αποστασιοποιηθεί. Δεν χρειαζόμαστε διάγνωση για να πούμε ότι «αυτή η φιλία δεν μας κάνει καλό πια».

Αξίζει επίσης να πούμε ότι η φιλία δεν είναι πάντα το κατάλληλο πλαίσιο για να ζητήσουμε από κάποιον να αλλάξει. Το feedback σε έναν φίλο συχνά δεν «πιάνει» όχι επειδή δεν υπάρχει καλή θέληση, αλλά επειδή η σχέση είναι ήδη φορτισμένη με ιστορικό, συνήθειες, δεδομένα. Η πραγματική αλλαγή πρέπει να έρθει από το ίδιο το άτομο, από δική του εσωτερική ώθηση -δεν μπορείς να την προκαλέσεις εσύ, όσο καλά κι αν το εξηγήσεις.


Edit: Μετά τη δημοσίευση αυτού του άρθρου, το συζήτησα με μια φίλη μου και κάτι που μου είπε με έκανε να θέλω να προσθέσω μια διευκρίνιση στην Κατηγορία 2. Δεν θέλω να δώσω την εντύπωση ότι υποβαθμίζω κάτι που μπορεί να πονάει πολύ βαθιά.

Αν η απομάκρυνση δεν περιοριζόταν στη σχέση της Μάρθας με τη φίλη της, αλλά περιλάμβανε και κινήσεις που έβλαπταν άλλες σχέσεις της Μάρθας -όχι απλή απόσταση, αλλά ενεργή απομόνωσή της από άλλους ανθρώπους- τότε μιλάμε πια για κάτι πιο σοβαρό, πιο κοντά σε κακοήθεια παρά σε απλή αγένεια.

Και εδώ θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: άρα πρέπει να ψάξουμε αν υπάρχουν και τα υπόλοιπα κριτήρια μιας διαταραχής, π.χ. διογκωμένη αίσθηση αυτοσημαντικότητας; Νομίζω πως όχι, και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο όλου αυτού του κειμένου: δεν χρειάζεται να υπεραναλύσουμε τη συμπεριφορά του άλλου με εργαλεία που φτιάχτηκαν για κλινική χρήση, όχι για την καθημερινή μας ζωή. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι τι συμβαίνει στο άτομο που βιώνει τη δυναμική: αισθάνεται απλώς στενοχώρια, ότι κάτι δεν του κάνει καλό πια, ή αισθάνεται δέσμιο, μέσα σε ένα δεσμό τραύματος που δεν το αφήνει να σκεφτεί καθαρά, θυμάται και τις καλές στιγμές και αναζητά ξανά και ξανά τη φίλη; Αυτό το δεύτερο λέει πολύ περισσότερα για τη δυναμική της σχέσης απ' όσο θα μας έλεγε ποτέ μια λίστα συμπτωμάτων.


Κατηγορία 3: Όταν καμία πλευρά δεν φταίει

Η τρίτη περίπτωση είναι η πιο δύσκολη να εξηγηθεί, γιατί δεν υπάρχει κανένας «κακός» σε αυτήν. Η Τόνια είχε οργανώσει ένα ταξίδι για να συναντήσει μια φίλη της σε άλλη πόλη. Κανόνισε να αφήσει τα παιδιά σε άλλους και να πάει γιατί για πολύ καιρό τα έλεγαν από το τηλέφωνο και είχε ανάγκη να νιώσει τη ζεστασιά της σχέσης από κοντά. Της πήρε και ένα δώρο.  Η φίλη της το ακύρωσε την τελευταία στιγμή επειδή αρρώστησε -και επειδή η Τόνια την ξέρει, την πιστεύει απόλυτα και δεν αμφισβητεί ότι ήταν αλήθεια.

Το πρόβλημα ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβη αυτό. Εκείνη την περίοδο η Τόνια βρισκόταν σε παθολογική σχέση. Τα logistics της προετοιμασίας του ταξιδιού είχαν ήδη απαιτήσει πολλή ενέργεια από εκείνη. Η ακύρωση την άφησε εκτεθειμένη σε κακόβουλα σχόλια από το παθολογικό άτομο: από «ψέματα μου έλεγες ότι πήγαινες να δεις τη φίλη σου» μέχρι «σου το έλεγα εγώ ότι κανείς δεν σε θέλει και δεν έχεις φίλες». Αυτά τα σχόλια δεν ήταν λάθος της φίλης της και ήταν θέμα της Τόνιας να τα διαχειριστεί. Το ζήτημα ήταν ότι, παρόλο που η Τόνια της είχε εξηγήσει πόσο δύσκολη ήταν η κατάστασή της, η φίλη δεν έδειχνε να καταλαβαίνει πόσο βαριά ζύγιζε κάτι που για εκείνη ήταν αυτονόητο και μικρό.

Αυτή δεν ήταν τοξική φιλία. Ήταν μια φιλία που δεν άντεξε τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες: την πραγματικότητα της φίλης της, όπου μια αρρώστια είναι απλώς μια αρρώστια, και της Τόνιας, που δεν είχε πια το απόθεμα να απορροφήσει ούτε μία ακόμα αναποδιά. Η Τόνια δεν περίμενε από τη φίλη της να ελέγξει την αρρώστια της. Περίμενε όμως από τον εαυτό της να παραδεχτεί ότι, στη φάση που ήταν, δεν είχε τα αποθέματα να διαχειριστεί ούτε αυτό. Και αυτό το περιστατικό ήταν ένα από τα πολλά φυσιολογικά ζητήματα της φίλης που ζητούσαν τη στήριξη της Τόνιας και η Τόνια κουράστηκε γιατί δεν μπορούσε να δώσει. Η διακοπή της σχέσης  δεν ήταν «τιμωρία» προς τη φίλη της, αλλά αναγνώριση των ορίων αντοχής της Τόνιας.

Ανάλογα τις εμπειρίες μας, μπορούμε να σκεφτούμε ότι η φίλη της Τόνιας αδικήθηκε πιο πολύ, αλλά πρέπει να θυμόμαστε και για τις δυο τους ότι καμία φιλία δεν είναι υποχρεωμένη να αντέξει οποιοδήποτε φορτίο, σε οποιαδήποτε στιγμή. 

Μερικές φορές οι άνθρωποι απλά δεν βρίσκονται στην ίδια φάση ζωής και κατανόησης της ζωής, και αυτό αρκεί για να τελειώσει κάτι, χωρίς να χρειάζεται να βρεθεί ένοχος. 

Δύο σχεδόν άδεια γυάλινα ποτήρια τσαγιού πάνω σε παραδοσιακό υφαντό τραπεζομάντιλο, αποτυπώνοντας το τέλος μιας συνάντησης.
Τελείωσε το τσάι: Όταν η ουσία μιας επαφής απλώς εξαντλείται.

Πολλές γυναίκες που έχουν περάσει από κακοποιητικές σχέσεις επιβεβαιώνουν επιβεβαιώνουν πόσο σημαντική είναι η αξιοπιστία των τρίτων γύρω μας, και πόσο μεγάλο είναι το διακύβευμα: η αβεβαιότητα γύρω σου γίνεται επικίνδυνη. Ακόμα και μια αναποδιά που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ασήμαντη, όπως μια ξαφνική αρρώστια μιας φίλης,  αποκτά δυσανάλογα μεγάλο βάρος, γιατί δεν έχεις τα περιθώρια να διαχειριστείς ούτε την ελάχιστη απόκλιση από το πρόγραμμα.

Είναι κρίμα μια παθολογική σχέση να επηρεάζει έτσι και άλλες, μη παθολογικές, σχέσεις γύρω της. Και είναι και ένα καμπανάκι για όλες μας για να θυμόμαστε πόσο κακή φίλη μπορεί να μας κάνει μια κακή σχέση. 

Από την άλλη αν είσαι από τους ανθρώπους που είναι ανοιχτοί για τις δυσκολίες που περνούν σε κάθε φάση της ζωής τους: αν ο άλλος απλά δεν καταλαβαίνει τι είδους στήριξη χρειάζεται κανείς δεν φταίει εκείνος, αλλά δεν φταις κι εσύ.


Γιατί η διάκριση έχει σημασία

Το να ονομάζουμε τα πάντα «τοξικά» ή «ναρκισσιστικά» έχει ένα κόστος. Πρώτον, δεν περιγράφει σωστά τους ανθρώπους που απλώς δεν ήταν τέλειοι, αλλά ούτε κακόβουλοι. Τους μετατρέπει σε «τέρατα» ενώ ήταν απλώς ανώριμοι, απασχολημένοι με τα δικά τους, ή σε διαφορετική φάση ζωής. Το να είναι κανείς self-absorbed -απορροφημένος στον εαυτό του, στη δική του ζωή- είναι κάτι διαφορετικό από ένα μοτίβο έλλειψης ενσυναίσθησης και αίσθησης μεγαλείου, που είναι το πραγματικό στοιχείο του ναρκισσισμού.

Δεύτερον, αν όλα είναι «ναρκισσισμός», τότε η λέξη χάνει τη δύναμή της ακριβώς όταν τη χρειαζόμαστε για πιο σοβαρές περιπτώσεις, όπως -ίσως- αυτή του πρώτου παραδείγματος.

Και εδώ αξίζει μια διευκρίνιση: η τοξικότητα είναι φάσμα, όχι διάγνωση. Δεν χρειάζεται ο άλλος να πληροί επίσημα κριτήρια για να «κατηγοριοποιηθεί» ως τοξικός. Aν κάποιος νιώθει παγιδευμένος μέσα σε μια σχέση, με έντονο άγχος, σύγχυση για το τι είναι αληθινό, ή μια αίσθηση ότι δεν μπορεί πια να εμπιστευτεί την ίδια του την κρίση, τότε βιώνει τοξικότητα, όσο κι αν κάποιος τρίτος θα το έβλεπε διαφορετικά. Η τοξικότητα δεν είναι κάτι που διαγιγνώσκεται στον άλλον· είναι κάτι που βιώνεται από αυτόν που το περνάει. (Αυτά τα είπα αναλυτικά και στη πρόσφατη συνέντευξή μου ΕΔΩ)

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχει τρόπος να ξεχωρίσουμε μια πραγματικά χειριστική ή κακοποιητική σχέση από μια απλώς δύσκολη. Υπάρχει, και περνάει από το να μάθουμε να αναγνωρίζουμε συγκεκριμένες τακτικές: το gaslighting, την άρνηση ή την υποτίμηση όσων νιώθει ο άλλος, την προβολή δικών του ελαττωμάτων πάνω σου, το χάσμα ανάμεσα σε όσα λέει κάποιος και όσα τελικά κάνει, τον αποπροσανατολισμό.

Υπάρχει όμως κι ένα ακόμα στοιχείο που αξίζει να αναγνωρίσουμε: η ίδια συμπεριφορά δεν πληγώνει όλους τους ανθρώπους εξίσου. Ανάλογα με τη δυναμική της κάθε σχέσης, μια δυσλειτουργική συμπεριφορά μπορεί να αφήσει πολύ διαφορετικά ίχνη, όπως η ίδια ουσία δρα διαφορετικά σε κάθε οργανισμό. Στις πιο βαθιά προβληματικές σχέσεις, βλέπουμε συχνά το εξής μοτίβο: η μία πλευρά έχει, σε κάποιο βαθμό, ελλιπή ενσυναίσθηση, ενώ η άλλη συνδυάζει μεγάλη προθυμία για συνεργασία και φιλικότητα με έντονη ευσυνειδησία. Αυτά δεν είναι ελαττώματα, είναι χαρακτηριστικά που είναι πλεονεκτήματα. Απλώς, μέσα σε μια τέτοια δυναμική, γίνονται ακριβώς το σημείο που ο απέναντι εντοπίζει και εκμεταλλεύεται, κάνοντας την εμπειρία της τοξικότητας πιο έντονη -όχι επειδή φταίει όποιος τα έχει, αλλά επειδή είναι αυτά που τον κάνουν πιο ευάλωτο απέναντι στις επιπτσεις της συμπεριφοράς του άλλου.

Η ουσιαστική λοιπόν διάκριση δεν είναι ανάμεσα σε «τοξικό» και «μη τοξικό», αλλά ανάμεσα σε τρία διαφορετικά πράγματα:

  • Χειραγώγηση: πρόθεση, απόκρυψη, άρνηση ευθύνης, επαναλαμβανόμενο μοτίβο. -> Στοιχείο για πιθανή κλινική διάγνωση
  • Ανωριμότητα ή εγωισμός: αγένεια, έλλειψη ενσυναίσθησης, χωρίς όμως σχέδιο ή κακή πρόθεση. -> Στοιχείο για πιθανή τοξικότητα
  • Ασυμβατότητα φάσης ζωής: κανείς δεν φταίει, απλώς οι ανάγκες και οι αντοχές δεν ταιριάζουν πια.


Επίλογος: Δεν χρειάζεται διάγνωση για να φύγεις

Δεν χρειάζεται να αποδείξω σε κανέναν -ούτε στον εαυτό μου- ότι κάποιος πληροί τα κριτήρια μιας διαταραχής προσωπικότητας για να αποφασίσω ότι μια σχέση δεν μου κάνει καλό. «Αυτή η σχέση με φθείρει» είναι μια πλήρης και επαρκής πρόταση. Δεν χρειάζεται συνέχεια.

Το να ξέρουμε τι είναι πραγματική χειραγώγηση μας βοηθάει να αναγνωρίζουμε τα σοβαρά περιστατικά και να μην τα υποβαθμίζουμε. Το να ξέρουμε ότι δεν είναι κάθε δυσάρεστη συμπεριφορά παθολογική μας βοηθάει να μη ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο «τέρατα», όχι γιατί πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι ή ανάλαφροι, αλλά γιατί στατιστικά τα «τέρατα» παρά τον μεγάλο και συνεχή αντίκτυπο που έχουν είναι λιγότερα.

Και το να δεχόμαστε ότι μερικές σχέσεις απλά τελειώνουν, χωρίς να χρειάζεται να βρεθεί ένοχος, μας κάνει πιο ήρεμους απέναντι στην ίδια την ιδέα της απώλειας.

Παράλληλα, όμως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «ναρκισσιστής» όσο πιο σωστά γίνεται. Δεν είναι μια βολική ετικέτα για όποιον μας απογοήτευσε, ούτε συνώνυμο του «εγωιστής» ή «αγενής». Είναι ένας όρος με συγκεκριμένο περιεχόμενο -ένα μοτίβο έλλειψης ενσυναίσθησης, αίσθησης μεγαλείου και συστηματικής εκμετάλλευσης- και όταν τον χρησιμοποιούμε αδιακρίτως, δεν προστατεύουμε μόνο λάθος ανθρώπους από άδικο χαρακτηρισμό· αποδυναμώνουμε και τη δική μας ικανότητα να αναγνωρίσουμε τον όρο όταν πραγματικά τον χρειαστούμε, για τον εαυτό μας ή για κάποιον κοντινό μας άνθρωπο.

Δεν χρειάζεται να βλέπουμε ναρκισσιστές παντού. Χρειάζεται μόνο να ακούμε τον εαυτό μας όταν λέει: αυτό δεν μου κάνει καλό πια -και να κρατάμε τις πιο συγκεκριμένες λέξεις για τις στιγμές που πραγματικά χρειάζεται να εξηγήσουμε τη σχέση σε αυτό το πλαίσιο.


«Άστεγοι μέσα στο ίδιο μας το σπίτι»: Η Κίρα Καρνέζη σε μια συζήτηση για τα παράδοξα της ελληνικής ταυτότητας στο SheTalks

 Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας», η δημοσιογράφος Βασιλική Παπαθανασίου φιλοξενεί στο SheTalks μια εκτενή συζήτηση γύρω από τις συλλογικές μας αντιφάσεις, τους κοινωνικούς αυτοματισμούς και την έννοια της «στέγης» σε μια κοινωνία όπου οι θεσμοί συχνά απογοητεύουν.

«Στέγη δεν είναι μόνο οι μνήμες, το τοπίο και η συναισθηματική οικειότητα· στέγη είναι η βεβαιότητα ότι υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο δικαιοσύνης και κοινωνικής φροντίδας γύρω σου. Κι όταν αυτή η σταθερότητα λείπει, όσο κι αν αγαπάς τον τόπο, νιώθεις διαρκώς εκτεθειμένος μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.»

Στη συνέντευξη θα βρείτε:

  • Τους «τύπους» της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας (ο Ορθόδοξος Αναρχικός, ο Κομμουνιστής Επιχειρηματίας, ο Επαναστατημένος Δημόσιος Υπάλληλος) ως λειτουργικές στρατηγικές επιβίωσης.

  • Την ελληνική οικογένεια ως «χρυσό κλουβί» και τα όρια μεταξύ φροντίδας και ελέγχου.

  • Την οπτική της απόστασης: Πώς η μόνιμη ζωή στο εξωτερικό σου επιτρέπει να δεις «το σπίτι σου από το παράθυρο του γείτονα».


Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη στο SheTalks πατώντας εδώ



Το βιβλίο στην πλώρη ενός μικρού σλάφους


___________

Αν βρίσκεστε στην Ελλάδα, το βιβλίο «Τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας» μπορείτε να το βρείτε ηλεκτρονικά στην εφαρμογή Google Play Books (σε iPhone ή Android)  εδώ

Αν βρίσκεστε στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ, μπορείτε να παραγγείλετε το έντυπο βιβλίο σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία με το ISBN 978-1-9194851-0-2 ή να το παραγγείλετε απευθείας από αυτό το site

Στην αγγλική του έκδοση “The Paradoxes of Greek Identity” μπορείτε να το βρείτε μέσω Amazon σε όσες χώρες παρέχει υπηρεσίες, ή σε ebook εδώ


Ισραήλ: ένα δοκίμιο πάνω στην οπτική της ελληνικής κοινωνίας

  

Σκέψεις για τη γενοκτονία, τον αντισημιτισμό και το κόστος του «είσαι μαζί μας ή εναντίον μας»

Μια γέφυρα που ενώνει δύο βουνά συμβολίζοντας τη γεφύρωση κοινωνικών ορίων και την ενσυναίσθηση.


Εισαγωγή

Όοο ήμουν μικρή είχα ακούσει για το δράμα του παλαιστινιακού λαού και χαρακτηριστικά θυμάμαι έναν συμφοιτητή μου στην Πάντειο που μάθαινε αραβικά και ήταν υπέρ της απελευθέρωσης της Παλαιστίνης, αλλά δεν ήξερα ιστορικές λεπτομέρειες. Ίσως επειδή δεν είχα φίλους Εβραίους ή Παλαιστίνιους, δεν είχα προσωπικό διακύβευμα, αυτό που λένε «skin in the game». Το παλαιστινιακό ζήτημα ήταν στο μυαλό μου κάτι σαν το Κυπριακό: κάτι που καταλάβαινα λίγο, αλλά ήξερα ότι ήταν θέμα με έντονα συναισθήματα, γιατί υπήρχαν θύτες και θύματα, ένας κατακτητής λαός και ένας υποδουλωμένος.

Στη ζωή μου αυτό το ζήτημα ήρθε πολύ αργά. Στις 8 Οκτωβρίου 2023 ήμουν σε ένα γκρουπ υποστήριξης στην Αγγλία για παθολογικές σχέσεις, και ένα μέλος του γκρουπ είχε οικογένεια στο Ισραήλ. Μοιράστηκε μαζί μας βίντεο από τα ανίψια της που βρίσκονταν σε καταφύγια και έκλαιγαν, και μας ζήτησε να καταδικάσουμε την επίθεση της προηγούμενης μέρας στο φεστιβάλ Nova. Μετά τη συνάντηση, άλλο μέλος του γκρουπ, καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης με φοιτητές από την Παλαιστίνη, επικοινώνησε ιδιωτικά μαζί της ζητώντας της να αναγνωρίσει τη γενοκτονία στη Γάζα.

Τα πράγματα γρήγορα εκτροχιάστηκαν. Η συντονίστρια του γκρουπ δεν μπορούσε να επαναφέρει τις συζητήσεις στο θέμα τους, και οι δύο γυναίκες κατηγορούσαν η μία την άλλη ότι «κρατάει ίσες αποστάσεις». Στο τέλος, αφού όλοι μας βρεθήκαμε στη δύσκολη θέση να μας ζητούν να πάρουμε «ναι ή όχι» θέση πάνω στο θέμα, και τα δύο μέλη του γκρουπ αποχώρησαν, αρνούμενες κάθε περαιτέρω επαφή. Εκείνη τη μέρα έχασα δύο πολύ καλές φίλες. 


Ο όρος «γενοκτονία»

Σαφώς δεν έλαβα υπόψη μου τις απόψεις ενός γκρουπ τυχαίων ανθρώπων, εββοώ που δεν ήταν ειδικοί και που που μάλιστα περνούσαν μια διαδικασία επούλωσης τραύματος και επανατραυματίζονταν από τις ειδήσεις βίας, για να διαμορφώσω την πολιτική μου άποψη. Απλά παρατήρησα ότι στην Αγγλία οι άνθρωποι διστάζουν περισσότερο να καταδικάσουν το Ισραήλ απ' όσο στην Ελλάδα, και το απέδωσα πιθανόν στον γενικότερο δισταγμό τους, σε σχέση με εμάς τους Έλληνες, να εκφράζουν δημόσια απόλυτες απόψεις για πράγματα στα οποία δεν έχουν αυθεντία.

Αυτό που με παρακίνησε να το ψάξω περισσότερο ήταν ένα ντοκιμαντέρ του Louis Theroux για την «ανδρόσφαιρα» (manosphere). Σε αυτό παρακολουθούσε την καθημερινότητα ενός μισογύνη YouTuber, ο οποίος κάποια στιγμή εκνευρίστηκε μαζί του και, στη διάρκεια μιας ζωντανής μετάδοσης, τον ρώτησε αν παραδέχεται ότι το Ισραήλ κάνει γενοκτονία. Ο Theroux έμεινε σιωπηλός, και ο YouTuber καγχάζοντας θεώρησε ότι μόλις απέδειξε ότι ο Theroux είναι μαριονέτα των Εβραίων.

Επειδή ο Theroux δεν είναι Εβραίος, τον παρακολουθώ χρόνια, και σε όλα του τα ντοκιμαντέρ δείχνει εξαιρετική ευαισθησία, μου έκανε εντύπωση που επέλεξε να μείνει σιωπηλός. Στο μεταξύ είχα παρακολουθήσει πιο στενά τις επιχειρήσεις του Ισραήλ από το 2023 έως σήμερα, και η βαρβαρότητα ορισμένων στρατιωτικών και επιχειρησιακών αποφάσεων είναι αδιαμφισβήτητη. Δεν ήμουν σίγουρη για τα νούμερα, αλλά με μια πρόχειρη προσωπική εκτίμηση θα μπορούσα να αποκαλέσω τη μαζική απώλεια ζωής γενοκτονία.

Στιγμιότυπο από το ντοκιμαντέρ του Louis Theroux όπου συνομιλεί με εκπρόσωπο της ακροδεξιάς ανδρόσφαιρας.


Έβαλα λοιπόν τη νομική μου παιδεία σε λειτουργία και έψαξα τις διεθνείς συμβάσεις και τον ίδιο τον όρο. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1948 για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας ορίζει τη γενοκτονία ως μια σειρά πράξεων (φόνο, σοβαρή σωματική ή ψυχική βλάβη, επιβολή συνθηκών ζωής που στοχεύουν στην φυσική εξόντωση μιας ομάδας, αναγκαστική στείρωση, μεταφορά παιδιών σε άλλη ομάδα) που διαπράττονται με «πρόθεση καταστροφής, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, ως τέτοιας». Το κρίσιμο, και νομικά δυσκολότερο, στοιχείο είναι ακριβώς αυτή η ειδική πρόθεση (dolus specialis): δεν αρκεί ένας μεγάλος αριθμός θυμάτων ή ακόμη και εγκλήματα πολέμου σε ευρεία κλίμακα· πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης επιδίωκε συγκεκριμένα την εξόντωση της ομάδας ως ομάδας, όχι απλώς τη στρατιωτική νίκη ή την εξουδετέρωση μιας απειλής. Αυτό είναι το στοιχείο που, νομικά, διαχωρίζει τη γενοκτονία από τα «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», μια κατηγορία που επίσης αφορά συστηματική, ευρεία βία εναντίον αμάχων, αλλά χωρίς την απαίτηση αυτής της εξολοθρευτικής πρόθεσης. Γι' αυτό αρκετοί νομικοί επιμένουν ότι ακόμη και πολύ μεγάλα εγκλήματα πολέμου, με τεράστιο αριθμό θυμάτων, μπορούν να μην εμπίπτουν στον νομικό όρο «γενοκτονία», αν δεν αποδειχθεί αυτή η συγκεκριμένη πρόθεση, κάτι που, στην πράξη, είναι εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριωθεί δικαστικά, ειδικά όσο διαρκεί ακόμη μια σύγκρουση.

Προσωπικά είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι η νομική ορολογία πρέπει να αντικατοπτρίζει το κοινωνικό αίσθημα (γι' αυτό άλλωστε βάζουμε και ενόρκους σε βαριά εγκλήματα βίας), έστω κι αν στο νομικό σύστημα αυτό δεν κάνει διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Δηλαδή είμαι υπέρ της χρήσης του όρου «γενοκτονία» στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και του όρου «γυναικοκτονία» σε άλλες περιπτώσεις. Όμως, επειδή η χρήση τέτοιων όρων «τεντώνει» τις ικανότητες απονομής δικαίου, καταλαβαίνω και τους ανθρώπους που αρνούνται να το κάνουν όχι από κακή πρόθεση, αλλά αντίθετα για να διαφυλάξουν τη λειτουργία του νόμου και να μην αφήσουν την ανεξέλεγκτη υπαγωγή περιστατικών σε αυτές τις κατηγορίες. Έχουμε ακόμη δουλειά να κάνουμε για να φτιάξουμε ένα σύστημα που μπορεί να διακρίνει σωστά τις περιπτώσεις.

Η σιωπή του Theroux απέναντι σε αυτή την πρόκληση, ανεξάρτητα από τα προσωπικά ή δημοσιογραφικά του κίνητρα εκείνη τη στιγμή, λειτούργησε ως καθρέφτης μιας ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας: της ανάγκης για προστασία απέναντι στον αντισημιτισμό. Ο αντισημιτισμός παγκοσμίως έχει οδηγήσει σε έναν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην άνοδο της ακροδεξιάς και σε εγκλήματα βίας, όπως το Ολοκαύτωμα — το οποίο πολλοί αρνούνται, αλλά έτυχε να πάω προσωπικά στο Άουσβιτς, στην Πολωνία, και τα στοιχεία είναι εκεί, ορατά. Περιέργως, ούτε αυτό έχει επισήμως χαρακτηριστεί «γενοκτονία» από κανένα διεθνές δικαστήριο εν ζωή των δραστών -ο όρος επικράτησε ιστορικά και ηθικά, αλλά καμία διεθνής σύμβαση δεν υπήρχε ακόμη το 1945 για να το κρίνει νομικά ως τέτοιο εκ των προτέρων. Ο ίδιος ο όρος «γενοκτονία» επινοήθηκε το 1944 από τον Πολωνοεβραίο νομικό Ραφαέλ Λέμκιν ακριβώς για να περιγράψει τη ναζιστική πολιτική, και επισημοποιήθηκε νομικά μόλις το 1948, με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών.

Ιστορική ασπρόμαυρη φωτογραφία από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς στην Πολωνία.


Και με αυτή τη στάση αναδείχθηκε επίσης πόσο πολύ ο αντισημιτισμός, με κυρίαρχη την πίστη σε μια παγκόσμια συνωμοσία Εβραίων που μπορεί να λογοκρίνει δημοσιογράφους που έχουν αποδείξει την ανεξαρτησία τους σε πλήθος άλλων θεμάτων, συσχετίζεται με τον μισογυνισμό. Δεν έχω γνωρίσει μισογύνη που να μην πιστεύει ότι οι Εβραίοι φταίνε για όλα. Όσο πιο μισογύνης είναι κανείς, τόσο πιο πολύ φαίνεται να το πιστεύει. Αντίστροφα, έχω γνωρίσει άτομο -στο ίδιο γκρουπ που σας περιέγραψα παραπάνω- που δεν έστελνε μηνύματα από το κινητό για το θέμα, γιατί φοβόταν μήπως τα προωθήσει η ισραηλινή φίλη μας στη Μοσάντ, αλλά δεν ήταν σεξίστρια.

 Υπάρχουν λοιπόν, φαίνεται, τουλάχιστον δύο διαφορετικές κατηγορίες αντισημιτισμού: η μία που συνδέεται στενά με μια ευρύτερη μισογυνική και ακροδεξιά κοσμοθεωρία, και η άλλη, πιο μεμονωμένη και ίσως πιο αθώα στην πρόθεσή της, που λειτουργεί απλά ως ακρίτως αποδεκτή «κοινή λογική» -μια παρανοϊκή υποψία που έχει απορροφηθεί από τον πολιτισμικό αέρα χωρίς να συνδέεται με κανένα ευρύτερο σύστημα μίσους.

Μήπως, λοιπόν, στην Ελλάδα δεν φοβόμαστε να μιλήσουμε για γενοκτονία επειδή απλά δεν είμαστε αντισημίτες;


Αντισημιτισμός στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα δεν φοβόμαστε να μιλήσουμε για γενοκτονία, όχι επειδή δεν είμαστε αντισημίτες, αλλά επειδή είμαστε, και απλά δεν μας νοιάζουν οι συνέπειες. Δεν είναι απλά ότι στεκόμαστε με την πλευρά της δικαιοσύνης και της αλήθειας με κάθε κόστος -αν ήταν έτσι, θα είχαμε καταδικάσει εξίσου ξεκάθαρα και τη Χαμάς για τα δικά της εγκλήματα, και θα είχαμε πάρει θέση και για χιλιάδες άλλα παγκόσμια ζητήματα με την ίδια συναισθηματική ένταση.

Όχι, υπάρχει κάτι πιο βαθύ. Κάτι που άρχισε τη μέρα που η γιαγιά μου μου είπε: «Εμ, τι περιμένεις από τους Εβραίους, αυτοί σκότωσαν τον Χριστό!». Η θρησκευόμενη γιαγιά μου επαναλάμβανε αυτά που της είχαν πει στην εκκλησία, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αναφερόταν σε μια δίκη που έγινε το 33 μ.Χ., στη χώρα του ίδιου του ανθρώπου που δικαζόταν -ο οποίος, ως θεάνθρωπος, είχε κι ο ίδιος αυτά όλα ως μέρος του δικού Του σχεδίου.

Είναι σαν να βλέπουμε έναν άνθρωπο σήμερα και να λέμε «Αθηναίος, τι περιμένεις, αυτοί κατέστρεψαν τη Μήλο» ή «Σπαρτιάτης, τι να σου κάνουν, άφησαν και τον Λεωνίδα να πάει να πολεμήσει μόνος του». Κι αν αυτή η προσέγγιση δεν σας φαίνεται αρκετά τοξική, θυμηθείτε ότι πριν από λίγα χρόνια είχαμε στην ελληνική τηλεόραση τον Δημοσθένη Λιακόπουλο να πουλάει βιβλία για τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», ένα πλαστό κείμενο που κατασκευάστηκε από τη μυστική αστυνομία του Τσάρου στις αρχές του 20ού αιώνα, αποδεδειγμένα ψεύτικο εδώ και πάνω από εκατό χρόνια, και που έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά ως πρόσχημα για πογκρόμ και, τελικά, για το Ολοκαύτωμα. Κι όμως, ο αρχηγός ενός ελληνικού κόμματος που εκλεγόταν στη Βουλή δεν δίστασε δημόσια να δηλώσει ότι αυτά τα Πρωτόκολλα είναι αυθεντικά.

Ο Δημοσθένη Λιακόπουλος σε τηλεοπτική εκπομπή παρουσιάζει Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών.


Αυτό είναι ένα κείμενο που, παρά την πλήρη και τεκμηριωμένη απόδειξη της πλαστότητάς του, συνεχίζει να θέτει τις βάσεις για σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας. Για παράδειγμα, σε ένα σχόλιο που είδα πρόσφατα κάτω από ένα δικό μου άρθρο για το DARVO, κάποιος υποστήριζε ότι η Μόνικα Λεβίνσκι ήταν στην πραγματικότητα «φυτευτή παγίδα» του Ισραήλ για να εκβιάσει τον Κλίντον [δείτε το άρθρο εδώ]. Παρόμοιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε πολλά αντίστοιχα σκάνδαλα διεθνώς — κάθε φορά που μια γυναίκα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ερωτικής ή πολιτικής σχέσης με έναν ισχυρό άνδρα, υπάρχει σχεδόν πάντα κάποιος έτοιμος να την παρουσιάσει ως «πράκτορα» μιας εβραϊκής υπηρεσίας πληροφοριών, χωρίς ποτέ καμία τεκμηρίωση.

Ταυτόχρονα, η εκδίωξη των Εβραίων από την Ελλάδα και η μεταφορά τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σπάνια συζητιούνται στον δημόσιο διάλογο όσο θα έπρεπε, δεδομένου του μεγέθους της καταστροφής. Η Θεσσαλονίκη φιλοξενούσε πριν τον πόλεμο τη μεγαλύτερη σεφαραδίτικη εβραϊκή κοινότητα της Ευρώπης, περίπου 50.000 ανθρώπους. Ανάμεσα στον Μάρτιο και τον Αύγουστο του 1943, οι Γερμανοί απέλασαν πάνω από 45.000 από αυτούς στο Άουσβιτς-Μπίρκενάου, όπου οι περισσότεροι δολοφονήθηκαν αμέσως μετά την άφιξή τους. Σε σύνολο 72.000–77.000 Εβραίων που ζούσαν στην Ελλάδα πριν τον πόλεμο, μεταξύ 82% και 92% δολοφονήθηκαν — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά απώλειας σε όλη την Ευρώπη. Πριγκιπικές εξαιρέσεις υπήρξαν, όπως η Ζάκυνθος, όπου ο δήμαρχος και ο μητροπολίτης αρνήθηκαν να παραδώσουν κατάλογο με τα ονόματα των 275 Εβραίων του νησιού, και όλοι επέζησαν. Αλλά η εξαίρεση αυτή υπογραμμίζει ακριβώς πόσο σπάνια ήταν, σε σχέση με την έκταση της καταστροφής αλλού.

Αυτή η βαθιά ριζωμένη συνωμοσιολογική νοοτροπία ήταν το έτοιμο ψυχολογικό υπόστρωμα που εκμεταλλεύτηκε η ακροδεξιά κατά την οικονομική κρίση. Όταν το σύστημα κατέρρεε, ήταν πολύ πιο εύκολο για τον μέσο πολίτη να πιστέψει σε «σκοτεινά παγκόσμια κέντρα εξουσίας» παρά να αναλύσει τα δομικά προβλήματα της χώρας. Ο αντισημιτισμός έγινε ξανά ο βολικός αποδιοπομπαίος τράγος, τροφοδοτώντας έναν διχασμό που πλήγωσε βαθιά τους θεσμούς μας.

Ναι, είμαστε αντισημίτες, και ναι, το πληρώσαμε ακριβά. Ακόμα το πληρώνουμε.


Δηλαδή τι εννοείς, Κίρα, είσαι με τους Εβραίους;

Ομολογώ ότι δίσταζα να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο. Ακόμη και χωρίς να έχω γράψει δημόσια για τον αντισημιτισμό στην Ελλάδα, λαμβάνω συχνά σε προσωπικά μηνύματα βίντεο και αναλύσεις από γνωστούς και φίλους. Επιχειρήματα που θέλουν να καταδείξουν πώς η πολιτική του κράτους του Ισραήλ βλάπτει τα ελληνικά συμφέροντα και προσβάλλει τη συλλογική μας ηθική, είτε μέσα από τη μαζική αγορά ακινήτων και την οικιστική πίεση, είτε μέσα από τη διοργάνωση «θεραπευτικών retreats» αποκατάστασης στρατιωτών.

Δεν ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω το ακριβές γεωπολιτικό και οικονομικό παρασκήνιο, ούτε πώς συγκρούονται ή συμπίπτουν τα κρατικά συμφέροντα. Αλλά αυτή ακριβώς η καθημερινή ανάγκη των ανθρώπων γύρω μου να μου αποδείξουν «γιατί πρέπει να πάρω θέση» ανέδειξε τον πυρήνα του προβλήματος.

Στην κοινωνική ψυχολογία, η θεωρία του «εμείς εναντίον αυτών» (us vs. them) αναφέρεται στην ψυχολογική τάση να χωρίζουμε τον κοινωνικό κόσμο σε εντός-ομάδες («εμείς») και εκτός-ομάδες («αυτοί»). Είναι αυτό που λέμε «αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι εναντίον μας». 

Λειτουργεί αρκετά καλά στα πρώτα χρόνια της ζωής, για τη διαμόρφωση της ταυτότητας ενός παιδιού, αλλά αν μεταφέρουμε αυτή τη νοοτροπία αυτούσια στην ενήλικη ζωή, καταλήγουμε να φτιάχνουμε στρατόπεδα: Αριστεροί εναντίον Δεξιών, χορτοφάγοι εναντίον κρεατοφάγων, σκύλοι εναντίον γατών, θηλασμός εναντίον μπιμπερόν, σοκολάτα εναντίον βανίλιας.

Προφανώς, η τοποθέτηση σε κάποια ζητήματα (όπως η φυλή ή η μετανάστευση) μπορεί να έχει πολύ πιο σοβαρές συνέπειες από άλλα (όπως σοκολάτα ή βανίλια).

Η γη χωρισμένη στα δύο με ένα ρήγμα χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο ομάδες


Ποια είναι, λοιπόν, η εναλλακτική; Η ψυχολόγος Τζοάν Λίντχολμ προτείνει την έννοια του «boundary spanning» - έναν όρο που περιγράφει αρχικά μέλη οργανισμών που κατάφεραν να συνδέσουν εσωτερικά δίκτυα με εξωτερικές πηγές πληροφορίας. Όποιος βρίσκεται ανάμεσα σε ξεχωριστούς κοινωνικούς κόσμους, όπως οι μετανάστες, οι εργαζόμενοι σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, τα παιδιά μεικτής καταγωγής, οι ομοφυλόφιλοι στρατιωτικοί, τα μέλη της τρανς κοινότητας, είναι, εξ ορισμού, ένας «γεφυροποιός ορίων» (boundary spanner), με μια μοναδική εμπειρία από την οποία μπορεί να χτίσει κατανόηση και ενσυναίσθηση.

Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, όμως, δυσκολεύομαι να μην πιστέψω ότι ο καθένας μπορεί να βρει μέσα του την ικανότητα να γίνει boundary spanner.

Η ίδια η Λίντχολμ ζήτησε κάποτε από τους προπτυχιακούς της φοιτητές να γράψουν ανώνυμα σημειώματα για την πρώτη φορά που αισθάνθηκαν διαφορετικοί. Διάβαζε δυνατά στην τάξη τις πολυάριθμες απαντήσεις - σκληρά σχόλια για το σωματικό βάρος, την αναπηρία, τη φυλή, τα ορατά σημάδια φτώχειας, την υιοθεσία, την ηλικία των γονιών κάποιου. Η άσκηση επέτρεψε σε ολόκληρη την τάξη να αγγίξει το δικό της συναίσθημα «αποξένωσης», χτίζοντας έτσι ενσυναίσθηση και κατανόηση πέρα από τα συνηθισμένα όρια.

Για να προκαλέσει ακόμη βαθύτερο προβληματισμό, η Λίντχολμ ανέθετε στους φοιτητές της να βρεθούν σε μια κατάσταση όπου θα ξεχώριζαν, επειδή θα έμοιαζαν διαφορετικοί από όλους τους άλλους: ένας νέος άντρας θα παρακολουθούσε ένα μάθημα spinning αποκλειστικά για γυναίκες· ένας λευκός φοιτητής θα επισκεπτόταν μια εκκλησία Βαπτιστών με κατά κύριο λόγο εκκλησίασμα από μαύρους· ένας φοιτητής θα δανειζόταν το αναπηρικό καροτσάκι ενός φίλου του. Πέρα από τη μικρή γεύση που έδινε στους φοιτητές για το πώς είναι να είσαι ο ένας ανάμεσα σε πολλούς, η άσκηση αύξανε την ευαισθησία τους απέναντι στην προσεκτική αυτοπαρακολούθηση και τη δυσφορία που βιώνουν καθημερινά οι άνθρωποι με περιθωριοποιημένες ταυτότητες, καθώς προσπαθούν να γεφυρώσουν εμπειρίες, γλώσσες και παραδόσεις. Αυτός ο χορός δεν είναι πάντα ομαλός, άνετος, ή έστω ασφαλής.

Αντί να αναγκάζονται να αρνούνται ή να υποβαθμίζουν τις διαφορές τους, όσοι αισθάνονται την έλξη πολλαπλών πολιτισμών θα έπρεπε να ενθαρρύνονται να εκμεταλλευτούν τις μοναδικές επικοινωνιακές τους ικανότητες, γινόμενοι δίαυλος προς ομάδες που συνήθως δεν έχουν ίσο χρόνο σε χώρους που διαμορφώνουν το μέλλον μας. Αυτοί οι ρόλοι απαιτούν ταπεινότητα, ενσυναίσθηση και επινοητικότητα. Οι πολιτισμικές προκλήσεις και ευαισθησίες που αντιμετωπίζουν οι «γεφυροποιοί ορίων» είναι ακριβώς οι δεξιότητες που απαιτούνται από ειρηνοποιούς, εκπαιδευτικούς και ηγέτες.



Τελικές σκέψεις

Έχω φτάσει πλέον στο σημείο να αναζητώ στον άλλον την άποψη που είναι αντίθετη στην κυρίαρχη κουλτούρα του. Όταν γνωρίζω έναν Έλληνα που μου μιλάει με πάθος για τα δικαιώματα της Παλαιστίνης, αναγνωρίζω μια ισχυρή εκδήλωση -μία από τις πολλές δυνατές εκδοχές- της ενσυναίσθησής του, η οποία τον κάνει να ταυτίζεται με τα θύματα σε άλλες κοινωνίες. Αλλά σκέφτομαι, για αυτόν συγκεκριμένα, ότι πιθανόν έχει εγκλωβιστεί στην άνεση της δικής μας κυρίαρχης αφήγησης, έχοντας αποκλείσει τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς. Δεν εννοώ ότι οι ακτιβιστές που πηγαίνουν στη Γάζα δεν έχουν ψάξει την αντίθετη πλευρά -αυτοί μάλλον έχουν ασχοληθεί πολύ περισσότερο από όλους μας. Μιλάω στατιστικά, για τον μέσο όρο.

Με τον ίδιο τρόπο, όταν γνωρίζω έναν Δυτικό που διστάζει να πει ότι το Ισραήλ διαπράττει εγκλήματα στην Παλαιστίνη, αναγνωρίζω μια εξίσου ισχυρή εκδήλωση -μία από τις πολλές δυνατές εκδοχές- της ενσυναίσθησής του, που τον κάνει να μη θέλει να δημιουργήσει νέα θύματα στην κοινωνία στην οποία ζει. Αλλά σκέφτομαι, πάλι, ότι πιθανόν βρίσκεται υπό την πίεση της δικής του κυρίαρχης κουλτούρας, η οποία του απαγορεύει να δει το βάθος της καταστροφής. Και πάλι, μιλάω στατιστικά, για το πώς το περιβάλλον διαμορφώνει τον μέσο όρο.

Κάποιοι ίσως θεωρήσουν αυτή τη στάση ως πολιτική ατολμία ή «ίσες αποστάσεις». Στην πραγματικότητα, είναι το ακριβώς αντίθετο. Σε μια εποχή που η δημόσια σφαίρα απαιτεί να γίνεις οπαδός, να υιοθετήσεις τυφλά μια κυρίαρχη αφήγηση και να εκφέρεις απόλυτη γνώμη για ένα πεδίο που δεν σου ανήκει, η άρνηση να εργαλειοποιήσεις τον πόνο είναι επιστημονική και ηθική ακεραιότητα. 

Όσον αφορά εμένα, με δυο λόγια: έχω πλήρη ανθρωπιστική εικόνα και πιστεύω όποιος διαπράττει εγκλήματα πρέπει να τιμωρείται. Δεν έχω πλήρη πολιτική εικόνα. Και έχω απόλυτα ξεκάθαρη εικόνα για το τι συμβαίνει μέσα μου: αγαπώ ακόμη και τις δύο φίλες που έχασα.


-------

Πηγή για το «boundary spanning»: Psychology Today — A Plea for Boundary Spanning


Αν βρήκατε αυτό το άρθρο ενδιαφέρον, τόρε ίσως να θέλετε να διαβάσετε και το ηλεκτρονικό βιβλίο μου 

Τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας 


Είδα την μαύρη ωραία Ελένη (spoiler στην πρώτη παράγραφο)


Η Λουπίτα Νιόνγκο ως μαύρη Ωραία Ελένη στην Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν, ντυμένη με αρχαιοελληνικό λευκό χιτώνα με χρυσές λεπτομέρειες και χρυσό στεφάνι στα μαλλιά, με φόντο μια αρχαία ελληνική πόλη και λιμάνι στο ηλιοβασίλεμα


 Το σοκ για το πρόσωπο

Την επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο για την Ωραία Ελένη την ήξερα, την περίμενα. Αυτό που δεν περίμενα ήταν ότι ο Μενέλεος της γυρνάει το πρόσωπο για να το δείξει στον Τηλέμαχο και αυτή έχει βαθιές ουλές! Ουλές από τον πόλεμο, από οικιακή κακοποίηση, μήπως υπήρχαν από γεννησιμιού της; Δεν γνωρίζω. 


Αλλά αυτό με έκανε να αναρωτηθώ “Τι σημασία έχει τελικά το πρόσωπο; Μήπως είναι τελείως συμβολικό;” Ειδικά όταν η ταινία του Νόλαν ξεκινά με αυτή τη λέξη “ένα πρόσωπο”. Ο ραψωδός της εισαγωγής, ο αρχαίος Φήμιος, αρχίζει να χτυπάει το ραβδί του με ρυθμό “ένα πρόσωπο, ένας στόλος, ένας πόλεμος” και εκεί καταλαβαίνω τη σύνδεση που κάνει με τους σημερινούς ράπερς. Αυτό είναι το beat. Περιμένουμε όλοι να δούμε το πρόσωπο. 


Και τότε άρχισα να αναρωτιέμαι ποιο ήταν το πρόσωπο της Ελένης ανά τους αιώνες; Αν αρχίσουμε από την αρχαία Ελλάδα, την περίοδου της ακμής του αρχαίου θεάτρου, η Ελένη παιζόταν από… άντρες! Οι γυναίκες δεν συμμετείχαν σε θίασο και οι γυναικείοι ρόλοι δίνοταν σε άντρες ντυμένους γυναίκες οι οποίοι έβαζαν προστερνίδια για προσομοιάζουν το γυναικείο στήθος και μάσκες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και κομμώσεις. 


Άραγε θα αισθάνονταν άνετα όσοι θέλουν να ακολουθούμε την παράδοση με την επιλογή τρανς γυναικών σε κλασικούς ελληνικούς ρόλους; Δεν νομίζω…


Νομίζω ότι οποιαδήποτε επιλογή που θα περιλάμβανε λευκό δεμα θα ήταν πιο αποδεκτή για τους Έλληνες από την επιλογή μιας μαύρης ηθόποιου. Γιατί; Ίσως γιατί θέλουμε να θεωρούμαστε όσο πιο λευκοί γίνεται, οι πρόγονοι της παγκόσμιας άρχουσας τάξης. Η ιστορική αποκατάσταση εξαντλείται σε οτιδήποτε μπορεί να μας φέρει λίγο πιο ψηλά στην σκάλα της ιεραρχίας. Μας ενδιαφέρει να φαινόμαστε λίγο πιο λευκοί, αλλά όχι λίγο πιο κοντοί ή λίγο πιο bisexual. 


Ίσως να είναι πιο αγνά τα κίνητρα: Γιατί μας φαίνεται ακαδημαϊκά αδύνατον να είχε τόσο σκούρο πρόσωπο η ωραία Ελένη. Στην ταινία όμως (αυτό δεν είναι σπόιλερ, αυτό είναι ο μύθος) η ωραία Ελένη θυμίζει ότι είναι δίδυμη αδερφή της Κλυταιμνήστρας, της βασίλισσας του Άργους. Και τότε εγώ θυμήθηκα ότι οι ιδρυτές του Άργους, η κόρη του Δαναού Υπερμνήστρα και ο γιος του Αίγυπτου Λυγκέας είχαν Αιγυπτιακή καταγωγή (μεγάλη ιστορία, να το ψάξετε). Δεν ξέρω τι χρώμα επιδερμίδας είχαν οι Αιγύπτιοι τότε.


Αλλά η Ωραία Ελένη δεν καταγόταν από αυτούς για να κουβαλάει κάποιο έστω μακρινό γονίδιο. Για αυτό όταν τελείωσε η ταινία έψαξα την γενεαλογία της Ελένης. Και, ναι, φτάνει μέχρι τον Βήλο, τον πατέρα του Δαναού και του Αίγυπτου. Στο γενεαλογικό δέντρο της υπάρχουν ονόματα όπως η Λιβύη, ο Άραβας και ο Φοίνικας, που δείχνουν ότι οι δύο μεγάλες δυναστείες -αυτή του Άργους (που έβγαλε τον Αγαμέμνονα) και αυτή της Αιτωλίας (που έβγαλε την ωραία Ελένη) έχουν “ανατολίτικες” ρίζες.

Και τι σημασία έχει;


Με τους «νικητές» ή με την τέχνη;


Έχει σημασία ο φαινότυπος ενός μυθικού προσώπου για εμάς ή την ταινία; Καμία απολύτως. Απλά πιστεύω ότι αν κάποιοι θεατές (όχι όλοι όσοι δυσανασχέτησαν με αυτήν την επιλογή) μπορούσαν να συνδέσουν με παρόμοιο “τραβηγμένο” τρόπο τον εαυτό τους με τους Βίκινγκς θα το είχαν κάνει χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί οι Βίκινγκς είναι το πρότυπο της ηγεμονίας και οι άνθρωποι αυθόρμητα θέλουν να είναι με τους νικητές. Τόσο απλά.


Πώς το ξέρω ότι είναι η κυρίαρχη ομάδα; Γιατί στατιστικά οι ηθοποιοί με λευκό δέρμα και ξανθά μαλλιά/ γαλανά μάτια έχουν παίξει πολύ περισσότερους ρόλους από άλλες ομάδες ηθοποιών. Και όταν παίζουν ρόλους Μεσογειακών ηρώων (γιατί έχουμε και κάποιους γαλανομάτηδες σε μικρό ποσοστό) κολακευόμαστε. Αλλά και όταν παίζουν ρόλους από άλλες φυλές, πολλές φορές βάφοντας τα πρόσωπά τους, οικειοποιούμενοι την κουλτούρα τους και αποκλείοντας άλλους ηθοποιούς από υποεκπροσωπούμενες ομάδες να παίξουν, πολλοί από εμάς το αποδίδουμε στο ταλέντο τους.


Για αυτόν τον ιστορικό και συστημικό λόγο δεν ισχύει το αντίστροφο: Όταν ένα άτομο από υποεκπροσωπούμενη ομάδα παίζει έναν κλασικό ρόλο λευκού, δεν απειλεί τους λευκούς ηθοποιούς με αποκλεισμό από το να βρουν δουλειά. Δεν στερεί τους λευκούς ηθοποιούς από ορατότητα. Δεν οικειοποιείται την κυρίαρχη κουλτούρα γιατί δεν “μπερδεύει” κανέναν ούτε σχετικά  με το κλασικό έργο ούτε με τη θέση του στην κοινωνία. Είναι μια ανοιχτή καλλιτεχνική πρόταση. 

Δεν πρόκειται λοιπόν για δύο μέτρα και δύο σταθμά, αλλά για τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ συστημικού αποκλεισμού και καλλιτεχνικής συμπερίληψης. Όταν η κυρίαρχη βιομηχανία δίνει ρόλους μειονοτήτων σε λευκούς ηθοποιούς, στερεί από τις υποεκπροσωπούμενες ομάδες τις ελάχιστες ευκαιρίες που έχουν να πουν τις δικές τους ιστορίες, οδηγώντας τες στην καλλιτεχνική εξαφάνιση. Αντίθετα, όταν μια μαύρη ηθοποιός παίζει την Ωραία Ελένη, κανένας λευκός ηθοποιός δεν κινδυνεύει να μείνει χωρίς εκπροσώπηση στο παγκόσμιο σινεμά. Η μία περίπτωση στενεύει τον χώρο για όσους είναι ήδη στο περιθώριο, ενώ η άλλη τον ανοίγει.


Τι θέλει να πει ο Νόλαν

Και συγκεκριμένα ο Νόλαν μας εξηγεί την καλλιτεχνική του φιλοσοφία στο τέλος της ταινίας (αυτό είναι ελαφρύ σπόιλερ, για το πώς επιλέγει να την κλείσει): Ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη πάνω στο πλοίο συζητάνε για το ότι ο πολιτισμός τους παρακμάζει και οδηγούνται στο σκοτάδι. Εύχονται να τους θυμούνται στο μέλλον οι άνθρωποι και δείχνουν πώς η ανθρωπότητα τείνει να αγνοεί τα μαθήματα της ιστορίας, μέχρι να αναγκαστεί να τα θυμηθεί. 


Το τραύμα του πολέμου είναι αυτό που οδήγησε στην παρακμή του πολιτισμού τους. Η βία, η καταπάτηση της ανθρώπινης εμπιστοσύνης. Η πτώση της Τροίας με ένα τέχνασμα είναι μια ηθική πτώση. Είναι η απανθρωποποίηση και της γυναίκας Ελένης και των ξένων Τρώων. 


Και ο Νόλαν μας φέρνει ένα άλλο πρόσωπο για να δείξει την ρίζα του κακού της σύγχρονης εποχής: Ένα φρέσκο, μοντέρνο πρόσωπο που ουσιαστικά μας λέει ότι η Αμερική έχει χτιστεί πάνω στον συστημικό ρατσισμό.


Οι ουλές στο πρόσωπο της ωραίας Ελένης αξίζουν όσο οποιοδήποτε κάλλος. Οι ουλές είναι το πρόσωπο.

Ο Νόλαν, ως Βρετανο-Αμερικανός δημιουργός, χρησιμοποιεί τον αρχαίο μύθο για να μιλήσει για τη δική του, σύγχρονη δυτική πραγματικότητα και τα δικά του φυλετικά τραύματα. Εμείς όμως δεν είμαστε Αμερικάνοι ή αποικιοκράτες και δεν κουβαλάμε αυτή την ιστορική ενοχή. Για εμάς, η επιλογή αυτή δεν είναι μια πολιτική δήλωση για το δικό μας παρελθόν, αλλά μια άσκηση στην καθολική ανθρώπινη ανάγκη για ενσυναίσθηση. Μας καλεί να δούμε πέρα από το "λευκό δέρμα" και να εστιάσουμε στην ουσία του μύθου: στο κοινό ανθρώπινο τραύμα.

Για αυτό και δεν θα πρέπει να μας πειράζει να δώσουμε τον ρόλο της ωραίας Ελένης σε κάποια σχολική παράσταση σε κάποια μαύρη ελληνίδα. Δεν είμαστε αυτοί που κάνουν ουλές στους άλλους.

Ή μήπως είμαστε;




Κινηματογραφική αφίσα από την ταινία The Odyssey του Κρίστοφερ Νόλαν, που δείχνει από την πίσω πλευρά το κράνος του αρχαίου πολεμιστή Αγαμέμνονα με λοφίο, όπου κατά μήκος του είναι ενσωματωμένη μια χρυσή ανθρώπινη σπονδυλική στήλη, σε ψυχρό μπλε και σκοτεινό φόντο με τη λεζάντα THE ODYSSEY.





Interested in the narration in English of the ancient text by a Greek mind and native speaker? 10 sections of Odyssey

Η απίστευτη (;) ιστορία του Άλαν Τούρινγκ


Ιστορική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Άλαν Τούρινγκ σε εφηβική ηλικία 16 ετών, γύρω στο 1928.


 Ο άνθρωπος που νίκησε τον φασισμό, αλλά ηττήθηκε από την υποκρισία της πατρίδας του.

Υπάρχουν ιστορίες που, όσο απίστευτες κι αν ακούγονται, είναι αληθινές. Η ιστορία του Άλαν Τούρινγκ είναι μία από αυτές. Ο άνθρωπος που έσπασε τον κώδικα Enigma και συντόμευσε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατά τουλάχιστον δύο χρόνια, σώζοντας έτσι εκατομμύρια ζωές, ήταν ο ίδιος άνθρωπος που η χώρα του καταδίκασε για το ποιος ήταν. Γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1912 στο Λονδίνο και πέθανε στις 7 Ιουνίου 1954, μόλις 41 ετών. Ζωή και θάνατος, και οι δύο μέσα στον ίδιο μήνα: τον Ιούνιο. Τον μήνα που σήμερα γιορτάζουμε το Pride.

Ο Τούρινγκ θεωρείται ο πατέρας της θεωρητικής επιστήμης των υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης. Σπούδασε μαθηματικά στο Cambridge και στο Princeton, και τη δεκαετία του 1930 διατύπωσε την έννοια της «μηχανής Τούρινγκ», ένα θεωρητικό μοντέλο υπολογισμού που αποτελεί ακόμη και σήμερα τη βάση της επιστήμης των υπολογιστών. Κατά τη διάρκεια του πολέμου εργάστηκε στο Bletchley Park, όπου ηγήθηκε της ομάδας που αποκρυπτογράφησε τον γερμανικό κώδικα Enigma, θεωρούμενο μέχρι τότε «απόλυτα ασφαλή». Ήταν, με κάθε κριτήριο, εθνικός ήρωας. Μόνο που η χώρα του δεν τον αντιμετώπισε ποτέ έτσι όσο ζούσε.

Το Ινστιτούτο του Βερολίνου που έκαψαν οι Ναζί

Για να καταλάβουμε γιατί η ιστορία του Τούρινγκ έχει τόσο βαθιά σχέση με το Pride, χρειάζεται να γυρίσουμε λίγο πίσω, στο Βερολίνο της δεκαετίας του 1920.

Εκεί, ο Γερμανός γιατρός Μάγκνους Χίρσφελντ, ο ίδιος ομοφυλόφιλος, είχε ιδρύσει το 1919 το Institut für Sexualwissenschaft, το πρώτο στον κόσμο Ινστιτούτο Σεξουαλικής Επιστήμης. Το ινστιτούτο προσέφερε συμβουλευτική, σεξουαλική εκπαίδευση, θεραπεία για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου, ανάμεσα στις πρώτες στον κόσμο. Εκεί δούλεψαν δεκάδες γιατροί, ερευνητές και ειδικοί, και χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από τις πόρτες του, πολλοί δωρεάν.

Η άνοδος του Χίτλερ το έθεσε αμέσως στο στόχαστρο. Στις 6 Μαΐου 1933, μόλις τρεις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ, μέλη μιας ναζιστικής φοιτητικής οργάνωσης μπήκαν στο Ινστιτούτο Σεξουαλικής Επιστήμης στο Βερολίνο και, μαζί με μέλη της SA (πρόδρομου των SS), το λεηλάτησαν, αρπάζοντας τη βιβλιοθήκη και τα αρχεία του. Λίγες μέρες αργότερα, τα κλαπέντα βιβλία, αντικείμενα και ιατρικοί φάκελοι καταστράφηκαν σε μία από τις πολλές δημόσιες καύσεις βιβλίων που οργανώθηκαν σε όλη τη Γερμανία. Μια προτομή του Χίρσφελντ είχε παρελάσει στους δρόμους πριν πεταχτεί κι αυτή στη φωτιά. Ο ίδιος ο Χίρσφελντ βρισκόταν εξόριστος στο Παρίσι και είδε την καταστροφή της δουλειάς μιας ζωής σε ένα δελτίο ειδήσεων στον κινηματογράφο.

Δεκάδες χιλιάδες ιατρικοί φάκελοι, ερευνητικά δεδομένα και δεκαετίες γνώσης για το φύλο και τη σεξουαλικότητα χάθηκαν εκείνο το βράδυ. Σύμφωνα με ιστορικούς, η επιστήμη της σεξουαλικότητας και της ταυτότητας φύλου οπισθοδρόμησε κατά δεκαετίες, πολλοί λένε και έναν αιώνα, αφού η γνώση που χτίστηκε εκεί δεν ξανααποκτήθηκε παρά πολύ αργότερα, μέσα από εντελώς διαφορετικές, διάσπαρτες πηγές.

Και η καταστροφή δεν σταμάτησε εκεί. Με βάση λίστες διευθύνσεων που είχαν κλαπεί από το ίδιο το Ινστιτούτο, το ναζιστικό κόμμα συνέλαβε άνδρες που θεωρούνταν ομοφυλόφιλοι και τους έστειλε σε στρατόπεδα εργασίας ή θανάτου. Η γνώση που υπήρχε για να βοηθήσει ανθρώπους χρησιμοποιήθηκε, τελικά, για να τους εντοπίσει και να τους καταστρέψει.


Διαβάστε τη συνέχεια στο SheTalks.gr


Γιατί μιλάμε για φεμινισμό όταν η τοξικότητα δεν έχει φύλο και φυλή;

Γράφοντας το βιβλίο μου "Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους", οδηγήθηκα σε μια θεμελιώδη διαπίστωση για την ανθρώπινη φύση. Αν και σκόπευα να την κρατήσω για το επόμενο συγγραφικό μου βήμα, θεωρώ ότι η ανάγκη για ανοιχτό διάλογο σήμερα είναι πολύ επείγουσα για να περιμένει.

Το κεντρικό πρόβλημα, ο κοινός παρονομαστής που γεννά την παθολογία και την τοξικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι ένας: η κατάχρηση ισχύος (power abuse).

Μια φιγούρα που ξεδιαλύνει με ηρεμία φωτεινά νήματα, συμβολίζοντας την απόκτηση επίγνωσης και τη θέσπιση ορίων στις σχέσεις.
Όταν τα "αόρατα" νήματα γίνονται ορατά 
μπορούμε να τα ξεδιαλύνουμε

Αυτή η ισχύς μπορεί να αντλείται από τρεις πηγές:

  1. Τη φύση: Η φυσική ανωτερότητα του ισχυρότερου έναντι του ασθενέστερου.

  2. Τον ρόλο: Η θεσμική εξουσία (π.χ. ένας εργοδότης ή ένας άρχοντας που επιβάλλει παράλογες απαιτήσεις).

  3. Την προσωπικότητα: Η ασύμμετρη αλληλεπίδραση των χαρακτηριστικών δύο ανθρώπων: άνθρωποι με ορισμένα χαρακτηριστικά εκμεταλλεύονται ψυχολογικά τρωτά σημεία.

Οι χειριστικοί χαρακτήρες διαθέτουν μια έμφυτη ικανότητα να «διαβάζουν το δωμάτιο». Αντιλαμβάνονται τις δυναμικές εξουσίας ακαριαία και τις στρέφουν προς όφελός τους. Οι επιστημονικές έρευνες γύρω από τις διαταραχές προσωπικότητας δείχνουν ότι οι διαφορές ανά φύλο, εθνικότητα ή ηλικία –αν και καταγράφονται– συχνά αντανακλούν τον τρόπο μέτρησης ή κοινωνικούς παράγοντες.

Επιστημονικά, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων παράγει περισσότερη παθολογία από μια άλλη.

Η ορολογία που αποξενώνει και το σύνδρομο "Εμείς vs Αυτοί"

Αν η τοξικότητα δεν έχει ταυτότητα, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Γιατί επιμένουμε να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα (άνδρες-γυναίκες, λευκοί-μαύροι);

Γνωρίζουμε καλά ότι η λογική του «εμείς εναντίον των άλλων» αποξενώνει. Όταν η συζήτηση αγγίζει έννοιες όπως ο φεμινισμός ή ο αντιρατσισμός, πολλοί άνθρωποι μπαίνουν αυτόματα σε θέση άμυνας. Και δεν αναφέρομαι σε άτομα με ακραίες απόψεις. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που στην πράξη δεν είναι ούτε σεξιστές ούτε ρατσιστές, κι όμως εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις, λέγοντας για παράδειγμα: «Ο φεμινισμός στρέφεται κατά των ανδρών – αν λεγόταν αντισεξισμός, θα τον υποστήριζα» ή «ο αντιρατσισμός εργαλειοποιείται πολιτικά».

Όταν ο διαχωρισμός σε "θύτες" και "θύματα" βασίζεται σε συμπεριφορές, συχνά καταλήγει να εγκλωβίζει και να θυματοποιεί διπλά τους ανθρώπους. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο διαχωρισμός βασίζεται σε φαινοτυπικά, εξωτερικά χαρακτηριστικά.

Αρχικά, σκέφτηκα ότι αν θέλω το μήνυμα του βιβλίου μου να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους αποδέκτες, η παρουσία μου θα έπρεπε να μείνει αυστηρά προσηλωμένη στην αποδόμηση των χειριστικών σχέσεων, μακριά από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό «σήμα». Είναι όμως αυτό εφικτό στην πράξη;

Οι χειριστικές σχέσεις στο κοινωνικό εργαστήρι

Στην ψυχοπαθολογία, οι χειριστικές σχέσεις εκδηλώνονται με διαφορετικά προσωπεία: στους ναρκισσιστές με δικαιωματισμό, στους ψυχοπαθείς με απόλυτο έλεγχο, στους μακιαβελιστές με κυνισμό. Όμως η ρίζα παραμένει η ίδια: κατάχρηση εξουσίας.

Και εδώ έρχεται η σύνδεση με το περιβάλλον μας: Ποιος είναι πιο εύκολο να καταχραστεί την εξουσία; Αυτός που την έχει.

Μια σιλουέτα ανθρώπου στέκεται στην κορυφή μιας επιβλητικής, σκουριασμένης αρχιτεκτονικής δομής από μεγάλους κύβους, ενώ μια ομάδα ανθρώπων στη βάση συνεργάζεται με εργαλεία και σχοινιά για να αφαιρέσει τους λίθους, μέσα σε ένα υποβλητικό περιβάλλον με ομίχλη και διάχυτο φως.
Χωρίς αόρατα προνόμια είναι πιο δύσκολο
ένας τοξικός άνθρωπος να χειραγωγήσει

Ζούμε σε έναν κόσμο με συγκεκριμένες δομές. Αν κοιτάξουμε γύρω μας ρεαλιστικά, θα δούμε ότι:

  • Λειτουργούμε σε ένα οικονομικό σύστημα που ευνοεί τον πλούτο έναντι της φτώχειας.

  • Υπάρχουν ακόμα βαθιά ριζωμένα φυλετικά και έμφυλα πρότυπα. Αν ρωτήσουμε πόσοι ετερόφυλοι άνδρες θα αντάλλασσαν πρόθυμα τη θέση τους στην κοινωνία με μια γυναίκα ή έναν ομοφυλόφυλο άνδρα, η απάντηση αναδεικνύει την ύπαρξη ενός αόρατου πλεονεκτήματος.

Το να θέλει ένας άνθρωπος να διατηρήσει την ασφάλεια ή τη θέση του είναι μια αναμενόμενη, ανθρώπινη τάση αυτοσυντήρησης. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αρνούμαστε την ύπαρξη αυτών των δομικών ανισοτήτων ή, ακόμα χειρότερα, όταν τις εκμεταλλευόμαστε για να εμποδίσουμε την ανάδειξη των πιο ευάλωτων.

Η τοξικότητα δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα καμίας κυρίαρχης ομάδας. Είναι όμως πολύ πιο εύκολο να εκδηλωθεί και να θωρακιστεί πίσω από μια προνομιούχο θέση.

Εδώ όμως χρειάζεται ένας κρίσιμος διαχωρισμός: Ένας ναρκισσιστής ή ένας ψυχοπαθής μπορεί να είναι κοινωνικά περιθωριοποιημένος (π.χ. φτωχός ή μέλος μιας μειονότητας) και παρόλα αυτά να καταστρέψει απόλυτα τη ζωή κάποιου με τον οποίο σχετίζεται (σύντοφος, οικογένεια, δουλειά κτλ). Η συστημική δύναμη δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη διαπροσωπική κακοποίηση· η παθολογία της προσωπικότητας δρα αυτόνομα. Αυτό που κάνει η συστημική ισχύς δεν είναι να γεννά την τοξικότητα, αλλά να τη μεγεθύνει: λειτουργεί ως ένας ισχυρός ενισχυτής (amplifier) της διαπροσωπικής καταπίεσης, δίνοντας στον θύτη επιπλέον κοινωνικά όπλα.

Το συμπέρασμα είναι απλό: Τα κοινωνικά στερεότυπα είναι τα έτοιμα πυρομαχικά στο οπλοστάσιο των τοξικών ανθρώπων.

Αν δεν υπήρχαν έμφυλα στερεότυπα, ένας κακοποιητικός άνδρας δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ισχυριζόμενος ότι «εκείνη τον προκάλεσε». Αντίστοιχα, μια χειριστική γυναίκα δεν θα μπορούσε να εργαλειοποιήσει την κοινωνική προσδοκία ότι «οι γυναίκες είναι ανίσχυρες και δεν κακοποιούν», αφήνοντας έναν άντρα θύμα χωρίς φωνή και υποστήριξη.

Χωρίς τα στερεότυπα, οι τοξικοί άνθρωποι θα έχαναν την πρώτη ύλη τους.


Γιατί, λοιπόν, οι λέξεις και οι «-ισμοί» μετράνε;


Μια γέφυρα που οδηγεί έξω από την ντροπή και το στίγμα σε ένα φωτεινό, καταπράσινο μέρος, συμβολίζοντας την ψυχική ανάκαμψη και την ελευθερία.
Η ανάκαμψη θέλει ελευθερία
από στερεότυπα

Ο λόγος που επιλέγω να μην προσπερνώ αυτούς τους όρους είναι διπλός:

  1. Συλλογική Άμυνα: Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η εξισορρόπηση των δομών εξουσίας είναι ο μόνος τρόπος να στερήσουμε από τα παθολογικά άτομα τα εργαλεία επιβολής τους. Όταν δυσκολεύεις την αυθαίρετη κυριαρχία σε συστημικό επίπεδο, περιορίζεις τη δράση των τοξικών ανθρώπων σε ατομικό επίπεδο.

  2. Προσωπική και Επαγγελματική Ευθυγράμμιση: Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι κι εγώ επιδιώκω να συνδιαλέγομαι με ανθρώπους που μοιραζόμαστε κοινές αξίες, καθαρά για λόγους συναισθηματικής υγείας και αποτελεσματικότητας στο έργο μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρώ «τοξικό» όποιον διαφωνεί μαζί μου – είδαμε ήδη πόσο ισχυρές είναι οι άμυνές μας. Σημαίνει όμως ότι επιλέγω πού θα επενδύσω την ενέργειά μου.

Γνωρίζω καλά ότι αυτή η ενδιάμεση στάση κινδυνεύει να με αποξενώσει ταυτόχρονα και από τα δύο ιδεολογικά στρατόπεδα. Από τη μία, η συντηρητική πλευρά μπορεί να με κατηγορήσει ότι εισάγω από την πίσω πόρτα την κοινωνική ατζέντα των «ισμών». Από την άλλη, η προοδευτική πλευρά ίσως θεωρήσει ότι υποβαθμίζω τη συστημική βία, επιμένοντας ότι η παθολογία δεν έχει φυλή ή φύλο. Είναι όμως το αναγκαίο τίμημα όταν αρνείσαι να υποτάξεις την ψυχολογική πραγματικότητα σε αναμενόμενα πολιτικά κουτάκια και λες απλά ότι η συστημική βία είναι όπλο στα χέρια των τοξικών ανθρώπων.

Στο ταξίδι της ανάκαμψης από παθολογικές σχέσεις, τα μέλη μιας κοινότητας δεν χρειάζεται να συμφωνούν σε όλα. Άνθρωποι με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά μπορεί να έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοθεωρίες.

Για μένα, η απελευθέρωση από την παθολογία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποδόμηση των ασύμμετρων δομών εξουσίας. Για κάποιον άλλον, μπορεί να μην είναι. Σε κάθε περίπτωση, η ένταση που μερικές φορές επιφέρει ο κοινωνικός διάλογος είναι ένα αναγκαίο κόστος μπροστά στην αξία της ουσιαστικής εκπαίδευσης.





Ψυχικός πόνος: Λέξεις που θα σε βοηθήσουν να τον επεξεργαστείς

Περίμενα να κοπάσει ο πρώτος θόρυβος των πρόσφατων ειδήσεων για να κάνουμε μια ψύχραιμη συζήτηση. Το άρθρο αυτό δεν γράφτηκε για να αναλύσει μεθόδους, ούτε για να δικαιολογήσει την πράξη. Γράφτηκε για να δώσει λέξεις εκεί που υπάρχει σκοτάδι, γιατί οι λέξεις φέρνουν κατανόηση, και η κατανόηση είναι το πρώτο βήμα για να ζητήσουμε βοήθεια.


Όταν ο εγκέφαλος δεν βλέπει άλλη διέξοδο: Λέξεις που βοηθούν στην επεξεργασία του αβάσταχτου πόνου







Χωρίς λέξεις 


Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, έμαθα ότι μια συμμαθήτριά μου από το δημοτικό που είχε πάει σε άλλο σχολείο πέθανε από αυτοκτονία. Το έμαθα από μια φίλη και με τάραξε πάρα πολύ. Μετά από μερικές μέρες πέτυχα τυχαία στον δρόμο μια καθηγήτρια που την ήξερε και το πρώτο πράγμα που της είπα ήταν “έμαθα ότι η Στέφη (προφανώς έχω αλλάξει το όνομα) αυτοκτόνησε, λυπάμαι πολύ”. Η καθηγήτρια με κοίταξε αυστηρά και μου είπε “Δεν αυτοκτόνησε, πέθανε από την καρδιά της. Είχε πρόβλημα στην καρδιά της”. Για λίγο το πίστεψα, αλλά μετά κατάλαβα ότι μου είχε πει ψέματα. Κατάλαβα ότι δεν έχουμε λέξεις για να μιλήσουμε για την αυτοκτονία. 


Μια μέρα όταν ήμουν φοιτήτρια είχα πάει στο σπίτι της θείας μου και βάζοντας γάλα στον καφέ το έχυσα στον πάγκο. Η θεία μου πρόσεξε ότι ήμουν αναστατωμένη και με ρώτησε τι έχω. Της είπα ότι ένας πολύ καλός μου φίλος μου έστειλε ένα μήνυμα ότι δεν θα μπορέσουμε να βρεθούμε γιατί ένας φίλος του που είχα γνωρίσει κι εγώ αυτοκτόνησε. Η θεία μου με κοίταξε στωικά και μου είπε “Α, τον ηλίθιο”. Η θεία μου νοιαζόταν για μένα και ήθελε να μου δείξει ότι η αυτοκτονία δεν είναι κάτι που οι έξυπνοι άνθρωποι πρέπει να σκέφτονται και ότι η κοινωνία το αποδοκιμάζει. Αυτό που δεν ήξερε η θεία μου ήταν ότι κι εγώ η ίδια το είχα σκεφτεί εκείνη την περίοδο γιατί είχα αδιάγνωστη κατάθλιψη. Τότε κατάλαβα ότι δεν έχουμε λέξεις για να μιλήσουμε για την αυτοκτονία. 


Γιατί δεν έχουμε λέξεις;


Ίσως γιατί αν αρχίσουμε να τις ψάχνουμε, θα πρέπει να βουτήξουμε σε έναν πόνο που μας τρομάζει. Αλλά σήμερα, έχοντας περάσει στην απέναντι όχθη, ξέρω ότι το να βρούμε αυτές τις λέξεις είναι ζήτημα ζωής.


Δεν έχουμε λέξεις αφενός γιατί η αυτοκτονία έχει πολλά θύματα. Και αφετέρου γιατί δεν έχουμε συνηθίσει έναν κόσμο που οι έννοιες του θύτη και του θύματος δεν έχουν πια νόημα. Μέχρι το τέλος του άρθρου θα καταλάβετε γιατί πρέπει να σκεφτούμε “out-of-the box”/ “έξω από το κουτί” για το θέμα. 


Ποια είναι τα θύματα;

Καταρχάς είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τους ανθρώπους που επηρεάζονται από τον θάνατο -την οικογένεια, τους φίλους, την κοινότητα. Η αυτοκτονία φέρνει μαζί της και ένα ειδικό ψυχολογικό βάρος που δεν υπάρχει σε κάποιους άλλους θανάτους:


Α. Στίγμα. Το στίγμα έχει να κάνει με τη θυματοποίηση και την κοινωνική αποδοκιμασία. Η Ελλάδα είναι μια παραδοσιακή κοινωνία όπου η θρησκεία και η φήμη της οικογένειας παίζουν σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές σχέσεις. Αν πιστεύετε στον Θεό, να θυμάστε ότι οι διδασκαλίες της εκκλησίας αφορούν την προστασία και σωτηρία της πλειοψηφίας του κόσμου σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή. Καθώς η γνώση μέσω της επιστήμης εξελίσσεται, είναι δυνατό να αναζητήσουμε μια νέα πνευματικότητα που θα περιλαμβάνει περισσότερα από τα βιώματά μας. 


Β. Η απόδοση ευθύνης. Η ψυχική υγεία των μελών της οικογένειας συχνά θεωρείται αρμοδιότητα των υπολοίπων μελών της οικογένειας ή και γενικότερα της κοινότητας. Προφανώς μπορεί να υπάρχουν ευθύνες ειδικά σε περιπτώσεις όπου έχει υπάρξει κακοποίηση, όμως το να τοποθετηθεί κάποιος λέγοντας “αυτός/ αυτή φταίει που ο/η Τάδε αυτοκτόνησε” είναι γνωστικά λίγο τεμπελικό και συναισθηματικά αρκετά ανώριμο.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι υπάρχουν αυτοκτονίες μετά από περιπτώσεις κακοποίησης όπως σχολικού εκφοβισμού και ενδοοικογενειακής βίας. Δείτε εδώ την απόφαση-σταθμό για την καταδίκη ενός άντρα από δικαστήριο της Αγγλίας επειδή η γυναίκα του αυτοκτόνησε μετά από κακοποίηση. Αλλά θα πρέπει να είμαστε τόσο προσεκτικοί στη διάκρισή μας όσο και οι εκπαιδευμένοι δικαστές της υπόθεσης.


Η αυτοκτονία είναι πάντα πολυπαραγοντική και το ανθρώπινο μυαλό προσπαθεί να αποφύγει το άβολο αίσθημα της αβεβαιότητας που απαιτεί η διάκριση και διαβάθμιση των παραγόντων -κάτι όμως που πρέπει να κάνουμε και θα το κάνουμε. 


Γ. Το ανεπεξέργαστο τραύμα. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και η επαφή με ανθρώπους που έχουν αυτοκτονήσει είναι πολύ πιο συχνές από όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Η καθηγήτρια μου και η θεία μου χρησιμοποίησαν μηχανισμούς άμυνας (η πρώτη άρνηση και η δεύτερη επίθεση στον χαρακτήρα) όχι γιατί δεν ήθελαν να βοηθήσουν εμένα, αλλά επειδή δεν είχαν καταφέρει να έχουν μια μη τραυματισμένη αντίδραση πάνω στο ζήτημα. 


Θύματα της αυτοκτονίας είναι επίσης τα άτομα που χάνουν τη ζωή τους από αυτήν. Πολλά αυτά είναι θύματα κατάθλιψης. Η κατάθλιψη, γνωσιακά, είναι διαταραχή επεξεργασίας πληροφοριών -δηλαδή υπάρχουν αρνητικά μοτίβα σκέψης. Σε νεαρότερες ηλικίες μάλιστα η κατάθλιψη μπορεί να είναι πλήρως λειτουργική, δηλαδή το παιδί να φαίνεται ότι συνεχίζει τη ζωή τους στα πλάισια του “φυσιολογικού”. Καθώς η διαχείρηση των συναισθημάτων είναι ανώριμη, η θλίψη μπορεί να εμφανίζεται ως θυμός ή άγχος -κάτι που συχνά μεταφράζεται ως “αναμενόμενο για την ηλικία”. 


Αυτό που συμβαίνει στον αυτοκτονικό ιδεασμό λόγω κατάθλιψης είναι η γνωσιακή στένωση που οδηγεί στην απελπισία. Ο άνθρωπος δεν βλέπει καμία άλλη εναλλακτική λύση για να σταματήσει ο πόνος. Δεν θέλει απαραίτητα να πεθάνει· θέλει να σταματήσει να υποφέρει, και ο εγκέφαλος, λόγω της διαταραχής, του παρουσιάζει τον θάνατο ως τη μοναδική λογική διέξοδο. 


Αν το άρθρο αυτό σε πίεσε συναισθηματικά, άφησε για λίγο τη θεωρία. Κάνε κλικ εδώ και διάβασε 100 λόγους για να είσαι ζωντανός/ή. Είναι μικρές, καθημερινές άγκυρες για να κρατηθείς όρθιος/η σήμερα. Μπορείς να κάνεις ένα σχόλιο και να προσθέσεις και τον δικό σου λόγο.


Οι άνθρωποι λοιπόν που χάνουν τη ζωή τους είναι θύματα αυτής της γνωσιακής στένωσης, αλλά και, σε πολλές περιπτώσεις, ενός έντονου παρορμητισμού που συνδυάζεται με περιστασιακή ή μόνιμη μοναξιά. Όταν μεγάλωνα εγώ στην Ελλάδα, τη δεκαετία του ‘90 και ‘00, υπήχε ένα θετικό πρόσημο στη λέξη “αυθόρμητος” σαν να ήταν καλό να μην σκέφτεσαι πριν δράσεις, επειδή έτσι “είσαι ο εαυτός σου”. Όπως υπήρχε και ένα θετικό πρόσημο στη λέξη “κοινωνικός”, οι άνθρωποι χωρίς κοινωνική ζωή θεωρούνταν προβληματικοί.


Και τα δύο δεν ισχύουν. Ούτε είναι καλό να είσαι ο εαυτός σου ειδικά όταν ανώριμος πόσο μάλλον όταν έχεις διαταραχές διαθέσεις και γνωσιακες διαταραχές, ούτε είναι κακό να μην έχεις κοινωνική ζωή ειδικά σε μικρές ηλικίες ή όταν βρίσκεσαι σε καταστάσεις που δεν μπορείς να ταιριάξεις με ανθρωπους.


Δεν ξέρω αν αυτά έχουν αλλάξει καθόλου, αλλά ξέρω ότι η κουλτούρα/ το περιβάλλον μπορεί να αυξήσει, να μειώσει ή να αλλάξει την ποιότητα της έκφρασης αυτών των πανανθρώπινων συναισθημάτων. 


Πρέπει να αναφέρουμε ότι ο παρορμητισμός αφορά συχνά τη στιγμή της πράξης (της εκτέλεσης), ενώ το υπόβαθρο χτιζόταν για καιρό. Κυρίως σε εφήβους ή υπό την επήρεια ουσιών μπορεί να έχουμε μικρότερη διάρκεια αυτοκτονικού ιδεασμού πριν την πράξη, αλλά η κλινική πραγματικότητα δείχνει ότι ο αυτοκτονικός ιδεασμός είναι συχνά μια μακρά, βασανιστική και άκρως προσχεδιασμένη διαδικασία (suicidal ideation & planning)


Τόσο η γνωσιακή όσο και η συναισθηματική διαταραχή είναι εξίσου σοβαρές με οποιαδήποτε οργανική ασθένεια. Με αυτή την έννοια, η μεταφορά της καθηγήτριάς μου ότι “η Στέφη πέθανε από την καρδιά της” είχε μια βαθύτερη, έστω και ασυνείδητη, αλήθεια: η κατάθλιψη πλήττει ένα όργανο —τον εγκέφαλο— εξίσου βίαια. Η κρίσιμη διαφορά με ένα ξαφνικό έμφραγμα είναι ότι η ψυχική νόσος μπορεί να προληφθεί και να θεραπευτεί αν υπάρξει έγκαιρη παρέμβαση. Βέβαια, εδώ κρύβεται η μεγάλη δυσκολία: πολλές φορές η κατάθλιψη είναι πλήρως λειτουργική και δεν «προειδοποιεί» με τον κλασικό τρόπο, ή το περιβάλλον δεν είναι εκπαιδευμένο να δει τα κρυφά σημάδια. Η εξίσωση με μια σωματική ασθένεια είναι απαραίτητη για έναν και μόνο λόγο: για να εξαλείψουμε το στίγμα και να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος υποφέρει από κάτι που τον ξεπερνά, ώστε να ζητήσει βοήθεια έγκαιρα.


Τέλος, θύματα της αυτοκτονίας είναι και όσοι επιζούν από απόπειρα γιατί συχνά πρέπει να ζήσουν με σωματικές βλάβες από την απόπειρα, αλλά και με σύγχυση για τους ρόλους των ανθρώπων που είχαν σχέση που συχνά οδηγεί στο “Τρίγωνο του Δράματος” (ποιος ήταν το θύμα, ποιος ο θύτης, και ποιος ο σωτήρας), κάτι που δεν βοηθάει στην ανάκαμψη από το τραύμα.


Συχνές (λάθος) ερωτήσεις

Τι έλεγε το σημείωμα;


Για κάποιο λόγο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το τελευταίο σημείωμα που αφήνει ένας άνθρωπος σε συναισθηματική και γνωστική διαταραχή θα δώσει απαντήσεις. Υπάρχουν μερικά σενάρια που πρέπει να γνωρίζουμε πριν διαβάσουμε το σημείωμα:


Α. Το σημείωμα να αναφέρεται σε ένα περιστατικό που “ξεχείλισε το ποτήρι” ή ήταν “το κερασάκι στην τούρτα” στη συναισθηματική δυσφορία. Προφανώς αν αυτό το περιστατικό από μόνο του ήταν ικανό να κάνει κάποιον να αυτοκτονήσει, θα είχαν αυτοκτονήσει όσοι άνθρωποι είχαν βιώσει την ίδια εμπειρία (και στατιστικά είναι πολλοί). 

Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι αν δεν υπήχε αυτό το περιστατικό το θύμα θα σωζόταν. Αν δεν υπήρχε αυτό το περιστατικό, θα υπήρχε κάποιο άλλο. Χωρίς την έγκαιρη παρέμβαση ειδικού η απόπειρα είναι απλά θέμα χρόνου. 


Β. Το σημείωμα να αναφέρεται σε άσχετο περιστατικό ή κατάσταση από αυτό που προκάλεσε την δυσφορία του θύματος για να μην στεναχωρήσει κάποιους ή για να μην αποκαλύψει κάτι για τον εαυτό του. Αυτό πολλοί άνθρωποι το υποψιάζονται, για αυτό πολλές φορές λένε “δεν ήταν αυτό, εγώ ξέρω ότι ήταν το άλλο”. Η αλήθεια όμως είναι ότι η αυτοκτονία μας στερεί τη δυνατότητα να ξέρουμε οτιδήποτε πέρα από το ότι το θύμα είχε αρρύθμιστα συναισθήματα και διαστρεβλωμένες σκέψεις. Δημιουργεί ένα άβολο συναίσθημα να μην ξέρεις την αλήθεια, αλλά αυτή είναι η αλήθεια: Δεν ξέρεις. 


Γ. Το σημείωμα να έχει καθαρά πρακτικό ή διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Τέτοια σημειώματα περιέχουν κωδικούς τραπεζών, οδηγίες για την κηδεία, πού βρίσκονται τα έγγραφα ή τι να κάνουν με το κατοικίδιο. Αυτό δείχνει απλώς τη γνωσιακή αποσύνδεση και τίποτα άλλο. 


Δ. Το σημείωμα να είναι είτε ένα σημείωμα κατηγορητηρίου είτε ένα σημείωμα απολύτρωσης. Υπάρχουν σημειώματα που γράφονται με ξεκάθαρο στόχο να προκαλέσουν ενοχή (π.χ. "Εσύ με οδήγησες εδώ", "Τώρα θα πληρώσεις για όσα μου έκανες"). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το σενάριο "δεν θέλω να στενοχωρήσω τους γονείς μου" και αποτελεί μια επιθετική πράξη της διαταραγμένης σκέψης. 

Υπάρχουν επίσης σημειώματα που δείχνουν ότι ο αυτόχειρας είναι πεπεισμένος ότι αποτελεί βάρος για τους γύρω του. Για τον ίδιο, η πράξη του είναι μια πράξη αγάπης και θυσίας, όσο διαστρεβλωμένο κι αν ακούγεται.

Αυτά τα δύο τα βάζω στην ίδια κατηγορία γιατί έχουν τις ίδιες γνωσιακές στρεβλώσεις (black and white thinking, catastrophising, blaming).



Σε γενικές γραμμές σπάνια ένα θύμα θα έχει τη διαύγεια να μας δώσει τα εργαλεία να καταλάβουμε τι του συνέβη -αν μπορούσε θα είχε βρει και τρόπο να ζητήσει βοήθεια. 


Η αλήθεια που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι κανένα σημείωμα δεν γράφεται με πραγματική διαύγεια. Είναι αποτυπώματα μιας προσωρινής γνωσιακής καταιγίδας. Και το κλειδί είναι αυτό: είναι προσωρινή. Ο πόνος που σήμερα φαίνεται μόνιμος και οδηγεί σε τέτοια σημειώματα, με τη σωστή βοήθεια υποχωρεί, και η σκέψη ξαναβρίσκει το φως της.


Πού ήταν οι γονείς;


Στην εξαιρετική ανάλυση που έκανε η Αγνή Μαριακάκη στο βίντεό της για την υπόθεση της διπλής αυτοκτονίας στην Ηλιούπολη, είπε ότι πολλά παιδιά που πεθαίνουν από αυτοκτονία προέρχονται από οικογένειες με αγάπη και αρχές. Επεσήμανε ότι γίνονται ευαίσθητα παιδιά που όμως δεν θέλουν να στενοχωρήσουν τους γονείς τους και για αυτό δεν μοιράζονται τις σκέψεις που δεν μπορούν να διαχειριστούν.


Ενώ σωστά η ανάλυση της Αγνής Μαριακάκη αποσκοπεί στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας στα παιδιά, μπορεί να εκληφθεί ως μια έμμεση κατηγορία στους γονείς -ότι μεγαλώνουν ‘snowflakes’. Αυτό παραγνωρίζει ότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν εύθραυστα (fragile), αντιθέτως ζούσαν για μέρες, μήνες ή και χρόνια με αβάσταχτο πόνο. Είναι άδικο να κρίνουμε κάποιον ως εύθραυστο από τη συγκεκριμένη στιγμή της κλιμάκωσης της αδυναμίας, του πόνου και της ατυχίας. Το ίδιο άτομο, αν είχε επιβιώσει, πολλές φορές χωρίς ποτέ κανείς να μάθει για την απόπειρα, θα μπορούσε αργότερα να χαρακτηριστεί ως υπόδειγμα ανθεκτικότητας. 


Αυτό που ξέρουμε είναι τα θύματα είχαν πόνο που δεν μπορούσαν να τον βάλουν σε λόγια. Και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε ούτε αυτά, ούτε τις οικογένειές τους. Μόνο ως κοινωνία μπορούμε να ψυχοεκπαιδευτούμε σε διάφορα θέματα π.χ. ρύθμιση συναισθημάτων, διαφορές προσωπικότητας, έλλειψη στίγματος για την ψυχική υγεία. Αυτό θα αλλάξει το τι η κοινωνία θεωρεί “φυσιολογικό” και τι η ψυχολογία θεωρεί “αναπόφευκτο στάδιο ανάπτυξης”.


Είναι στατιστικά βέβαιο ότι υπάρχουν γονείς που κακοποίησαν ή παραμέλησαν τα παιδιά τους και αυτά πέθαναν από αυτοκτονία, αλλά αυτό το ξέρουν μόνο όσοι ειδικοί γνωρίζουν τη συγκεκριμένη οικογένεια. Η ερώτηση “πού είναι οι γονείς;” υποννοεί ότι έχουμε μια έτοιμη κοινωνική απάντηση που στο μόνο πράγμα που βοηθάει είναι να αισθανθούμε εμείς καλύτερα -πουθενά αλλού.

Μα ποιος φταίει τελικά;


Πολλοί άνθρωποι θέλουν να μάθουν “ποιος φταίει” ή “τι φταίει” ώστε να φτιάξουν τα πράγματα και να μην συμβεί και σε αυτούς και στους αγαπημένους τους. Ενώ αυτό είναι κατανοητό, η απόδοση ευθυνών είναι παραπλανητική: Πρώτον, δεν είναι δική τους δουλειά η ψυχική ιστορία ενός εκλιπόντος. Δεύτερον, δεν μπορούμε να κάνουμε κοινωνική ανάλυση από μια ιστορία κάποιου -υπάρχουν μελέτες που δείχνουν τις κοινωνικές συνθήκες της συμπεριφοράς της αυτοκτονίας, οι οποίες έτσι κι αλλιώς για τον πολύ κόσμο είναι υπερβολικά θεωρητικές για να κάνουν κάτι για αυτές. Τρίτον, τα πράγματα μπορούν να φτιάξουν με ένα απλό βήμα, χωρίς να ξέρετε ποιος φταίει: Την αυτοσυμπόνια. 


Να καθίσεις με τον πόνο σου. Η θεία μου και η καθηγήτρια μου απάντησαν έτσι επειδή δεν μπορούσαν να παραδεχτούν πόσο πολύ είχαν ταραχτεί και οι ίδιες. Θα έπρεπε να δείξουν αγάπη στον εαυτό τους και να ηρεμήσουν, πριν μπορέσουν να ηρεμήσουν ένα παιδί (εμένα). 


Μια απλή απάντηση θα ήταν “Λυπάμαι πολύ για αυτό. Δεν έχω λόγια. Πώς μπορώ να βοηθήσω;” Και ίσως τότε θα μοιραζόμασταν και οι δύο τον πόνο μας και θα καθόμασταν δίπλα-δίπλα γνωρίζοντας πως το περνάμε μαζί. 

Μέσα από αυτό το μοίρασμα, θα άνοιγε ο δρόμος για να αναζητήσουμε απαντήσεις από ειδικούς, χωρίς τον φόβο της ντροπής.

Γιατί μετά από την αυτο-συμπόνια έρχεται η δράση στην κοινότητα. Εκεί ξεκινά η πραγματική ψυχοεκπαίδευση: μακριά από προκαταλήψεις για το τι σημαίνει να είσαι θύμα και μακριά από εύκολες λύσεις τύπου ‘blame game’. Με παρουσία, έλλειψη επίκρισης και ευαλωτότητα.



Η ερώτηση που ΔΕΝ κάναμε

Τι γίνεται στην ιατρικά υποβοηθούμενη επιλογή;


Η κοινωνία που αρνείται να συζητήσει την αυτοκτονία σε κατάσταση γνωσιακής και ψυχικής διαταραχής (λόγω ταμπού), αδυνατεί να ρυθμίσει νομοθετικά την υποβοηθούμενη αυτοκτονία για ανθρώπους με σοβαρά και χρόνια προβλήματα (λόγω δογματισμού).


Η ποιότητα της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας είναι διαφορετική από την αυτοκτονία σε διαταραχή: Η μια είναι επιστημονική διέξοδος από τον πόνο που επιλέγεται μετά από εκτενή διαδικασία με εμπλοκή ειδικών (γίνεται έχοντας διαύγεια), η άλλη είναι υποκειμενική αντιμετώπιση δυσφορίας που επιλέγεται σε κατάσταση δυσλειτουργίας (γίνεται χωρίς να έχουμε διαύγεια).


Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι πράγματι ένα τεράστιο, αυτόνομο ηθικό/νομικό ζήτημα. Δεν θέλω να μπερδέψω τον αναγνώστη που ήρθε εδώ λόγω της "κλασικής" αυτοκτονίας λόγω κατάθλιψης. Αλλά είναι ο ίδιος που θα κληθεί να λάβει αποφάσεις για το θέμα και πρέπει να έχει διαχωρίσει ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστά πράγματα. Για να σκεφτείτε και να καταλάβετε τη διαφορά ακούστε την ψυχοεκπαιδευτική συνέντευξη της Maria Rolls εδώ


Είναι κρίσιμο να ξεκαθαρίσουμε ότι ο ψυχικός πόνος της κατάθλιψης, όσο αβάσταχτος κι αν μοιάζει αυτή τη στιγμή, δεν είναι μια ανίατη σωματική νόσος τελικού σταδίου· είναι μια κατάσταση αναστρέψιμη που θεραπεύεται. Η υποβοηθούμενη αυτοκτονία αφορά τελείως διαφορετικές ιατρικές πραγματικότητες και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επιλογή ή απάντηση στην ψυχική οδύνη.



Αυτό το άρθρο σε έκανε να αισθανθείς άβολα;

Αν ναι, θα πρέπει να το συζητήσεις -αλλά όχι μαζί μου ούτε με μη-ψυχοεκπαιδευμένους ανθρώπους, θα καλέσεις τη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία στο 1018. Αν διαβάζεις αγγλικά δες αυτές τις πηγές:

https://www.rbkc.gov.uk/health-and-social-care/public-health/suicide-prevention/suicide-prevention-online-resources-and-further-training



Αν το άρθρο σε έκανε να αισθανθείς άβολα κυρίως γνωσιακά και όχι συναισθηματικά, αυτό είναι καλό. Κάνε μια βόλτα στη φύση, δες μια ταινία και ξαναδιάβασε το.


Η αυτοκτονία δεν είναι ταμπού, είναι ένα ζήτημα προς συζήτηση. 


«Βλέπω Ναρκισσιστές Παντού»: Γιατί κάθε σχέση που τελειώνει δεν είναι κλινική παθολογία

Εισαγωγή Μια φίλη μου είπε πρόσφατα κάτι που μου έμεινε: «Από τότε που έμαθα τι είναι ναρκισσισμός, τον βλέπω παντού». Το είπε μισοαστεία, α...