Γράφοντας το βιβλίο μου "Αποχαιρετώντας τους τοξικούς ανθρώπους", οδηγήθηκα σε μια θεμελιώδη διαπίστωση για την ανθρώπινη φύση. Αν και σκόπευα να την κρατήσω για το επόμενο συγγραφικό μου βήμα, θεωρώ ότι η ανάγκη για ανοιχτό διάλογο σήμερα είναι πολύ επείγουσα για να περιμένει.
Το κεντρικό πρόβλημα, ο κοινός παρονομαστής που γεννά την παθολογία και την τοξικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι ένας: η κατάχρηση ισχύος (power abuse).
![]() |
| Όταν τα "αόρατα" νήματα γίνονται ορατά μπορούμε να τα ξεδιαλύνουμε |
Αυτή η ισχύς μπορεί να αντλείται από τρεις πηγές:
Τη φύση: Η φυσική ανωτερότητα του ισχυρότερου έναντι του ασθενέστερου.
Τον ρόλο: Η θεσμική εξουσία (π.χ. ένας εργοδότης ή ένας άρχοντας που επιβάλλει παράλογες απαιτήσεις).
Την προσωπικότητα: Η ασύμμετρη αλληλεπίδραση των χαρακτηριστικών δύο ανθρώπων: άνθρωποι με ορισμένα χαρακτηριστικά εκμεταλλεύονται ψυχολογικά τρωτά σημεία.
Οι χειριστικοί χαρακτήρες διαθέτουν μια έμφυτη ικανότητα να «διαβάζουν το δωμάτιο». Αντιλαμβάνονται τις δυναμικές εξουσίας ακαριαία και τις στρέφουν προς όφελός τους. Οι επιστημονικές έρευνες γύρω από τις διαταραχές προσωπικότητας δείχνουν ότι οι διαφορές ανά φύλο, εθνικότητα ή ηλικία –αν και καταγράφονται– συχνά αντανακλούν τον τρόπο μέτρησης ή κοινωνικούς παράγοντες.
Επιστημονικά, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων παράγει περισσότερη παθολογία από μια άλλη.
Η ορολογία που αποξενώνει και το σύνδρομο "Εμείς vs Αυτοί"
Αν η τοξικότητα δεν έχει ταυτότητα, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Γιατί επιμένουμε να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε στρατόπεδα (άνδρες-γυναίκες, λευκοί-μαύροι);
Γνωρίζουμε καλά ότι η λογική του «εμείς εναντίον των άλλων» αποξενώνει. Όταν η συζήτηση αγγίζει έννοιες όπως ο φεμινισμός ή ο αντιρατσισμός, πολλοί άνθρωποι μπαίνουν αυτόματα σε θέση άμυνας. Και δεν αναφέρομαι σε άτομα με ακραίες απόψεις. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που στην πράξη δεν είναι ούτε σεξιστές ούτε ρατσιστές, κι όμως εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις, λέγοντας για παράδειγμα: «Ο φεμινισμός στρέφεται κατά των ανδρών – αν λεγόταν αντισεξισμός, θα τον υποστήριζα» ή «ο αντιρατσισμός εργαλειοποιείται πολιτικά».
Όταν ο διαχωρισμός σε "θύτες" και "θύματα" βασίζεται σε συμπεριφορές, συχνά καταλήγει να εγκλωβίζει και να θυματοποιεί διπλά τους ανθρώπους. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο διαχωρισμός βασίζεται σε φαινοτυπικά, εξωτερικά χαρακτηριστικά.
Αρχικά, σκέφτηκα ότι αν θέλω το μήνυμα του βιβλίου μου να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους αποδέκτες, η παρουσία μου θα έπρεπε να μείνει αυστηρά προσηλωμένη στην αποδόμηση των χειριστικών σχέσεων, μακριά από οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό «σήμα». Είναι όμως αυτό εφικτό στην πράξη;
Οι χειριστικές σχέσεις στο κοινωνικό εργαστήρι
Στην ψυχοπαθολογία, οι χειριστικές σχέσεις εκδηλώνονται με διαφορετικά προσωπεία: στους ναρκισσιστές με δικαιωματισμό, στους ψυχοπαθείς με απόλυτο έλεγχο, στους μακιαβελιστές με κυνισμό. Όμως η ρίζα παραμένει η ίδια: κατάχρηση εξουσίας.
Και εδώ έρχεται η σύνδεση με το περιβάλλον μας: Ποιος είναι πιο εύκολο να καταχραστεί την εξουσία; Αυτός που την έχει.
![]() |
| Χωρίς αόρατα προνόμια είναι πιο δύσκολο ένας τοξικός άνθρωπος να χειραγωγήσει |
Ζούμε σε έναν κόσμο με συγκεκριμένες δομές. Αν κοιτάξουμε γύρω μας ρεαλιστικά, θα δούμε ότι:
Λειτουργούμε σε ένα οικονομικό σύστημα που ευνοεί τον πλούτο έναντι της φτώχειας.
Υπάρχουν ακόμα βαθιά ριζωμένα φυλετικά και έμφυλα πρότυπα. Αν ρωτήσουμε πόσοι ετερόφυλοι άνδρες θα αντάλλασσαν πρόθυμα τη θέση τους στην κοινωνία με μια γυναίκα ή έναν ομοφυλόφυλο άνδρα, η απάντηση αναδεικνύει την ύπαρξη ενός αόρατου πλεονεκτήματος.
Το να θέλει ένας άνθρωπος να διατηρήσει την ασφάλεια ή τη θέση του είναι μια αναμενόμενη, ανθρώπινη τάση αυτοσυντήρησης. Το πρόβλημα ξεκινά όταν αρνούμαστε την ύπαρξη αυτών των δομικών ανισοτήτων ή, ακόμα χειρότερα, όταν τις εκμεταλλευόμαστε για να εμποδίσουμε την ανάδειξη των πιο ευάλωτων.
Η τοξικότητα δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα καμίας κυρίαρχης ομάδας. Είναι όμως πολύ πιο εύκολο να εκδηλωθεί και να θωρακιστεί πίσω από μια προνομιούχο θέση.
Εδώ όμως χρειάζεται ένας κρίσιμος διαχωρισμός: Ένας ναρκισσιστής ή ένας ψυχοπαθής μπορεί να είναι κοινωνικά περιθωριοποιημένος (π.χ. φτωχός ή μέλος μιας μειονότητας) και παρόλα αυτά να καταστρέψει απόλυτα τη ζωή κάποιου με τον οποίο σχετίζεται (σύντοφος, οικογένεια, δουλειά κτλ). Η συστημική δύναμη δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη διαπροσωπική κακοποίηση· η παθολογία της προσωπικότητας δρα αυτόνομα. Αυτό που κάνει η συστημική ισχύς δεν είναι να γεννά την τοξικότητα, αλλά να τη μεγεθύνει: λειτουργεί ως ένας ισχυρός ενισχυτής (amplifier) της διαπροσωπικής καταπίεσης, δίνοντας στον θύτη επιπλέον κοινωνικά όπλα.
Το συμπέρασμα είναι απλό: Τα κοινωνικά στερεότυπα είναι τα έτοιμα πυρομαχικά στο οπλοστάσιο των τοξικών ανθρώπων.
Αν δεν υπήρχαν έμφυλα στερεότυπα, ένας κακοποιητικός άνδρας δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ισχυριζόμενος ότι «εκείνη τον προκάλεσε». Αντίστοιχα, μια χειριστική γυναίκα δεν θα μπορούσε να εργαλειοποιήσει την κοινωνική προσδοκία ότι «οι γυναίκες είναι ανίσχυρες και δεν κακοποιούν», αφήνοντας έναν άντρα θύμα χωρίς φωνή και υποστήριξη.
Χωρίς τα στερεότυπα, οι τοξικοί άνθρωποι θα έχαναν την πρώτη ύλη τους.
Γιατί, λοιπόν, οι λέξεις και οι «-ισμοί» μετράνε;
Ο λόγος που επιλέγω να μην προσπερνώ αυτούς τους όρους είναι διπλός:
Συλλογική Άμυνα: Η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η εξισορρόπηση των δομών εξουσίας είναι ο μόνος τρόπος να στερήσουμε από τα παθολογικά άτομα τα εργαλεία επιβολής τους. Όταν δυσκολεύεις την αυθαίρετη κυριαρχία σε συστημικό επίπεδο, περιορίζεις τη δράση των τοξικών ανθρώπων σε ατομικό επίπεδο.
Προσωπική και Επαγγελματική Ευθυγράμμιση: Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι κι εγώ επιδιώκω να συνδιαλέγομαι με ανθρώπους που μοιραζόμαστε κοινές αξίες, καθαρά για λόγους συναισθηματικής υγείας και αποτελεσματικότητας στο έργο μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρώ «τοξικό» όποιον διαφωνεί μαζί μου – είδαμε ήδη πόσο ισχυρές είναι οι άμυνές μας. Σημαίνει όμως ότι επιλέγω πού θα επενδύσω την ενέργειά μου.
Γνωρίζω καλά ότι αυτή η ενδιάμεση στάση κινδυνεύει να με αποξενώσει ταυτόχρονα και από τα δύο ιδεολογικά στρατόπεδα. Από τη μία, η συντηρητική πλευρά μπορεί να με κατηγορήσει ότι εισάγω από την πίσω πόρτα την κοινωνική ατζέντα των «ισμών». Από την άλλη, η προοδευτική πλευρά ίσως θεωρήσει ότι υποβαθμίζω τη συστημική βία, επιμένοντας ότι η παθολογία δεν έχει φυλή ή φύλο. Είναι όμως το αναγκαίο τίμημα όταν αρνείσαι να υποτάξεις την ψυχολογική πραγματικότητα σε αναμενόμενα πολιτικά κουτάκια και λες απλά ότι η συστημική βία είναι όπλο στα χέρια των τοξικών ανθρώπων.
Στο ταξίδι της ανάκαμψης από παθολογικές σχέσεις, τα μέλη μιας κοινότητας δεν χρειάζεται να συμφωνούν σε όλα. Άνθρωποι με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά μπορεί να έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες κοσμοθεωρίες.
Για μένα, η απελευθέρωση από την παθολογία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποδόμηση των ασύμμετρων δομών εξουσίας. Για κάποιον άλλον, μπορεί να μην είναι. Σε κάθε περίπτωση, η ένταση που μερικές φορές επιφέρει ο κοινωνικός διάλογος είναι ένα αναγκαίο κόστος μπροστά στην αξία της ουσιαστικής εκπαίδευσης.

