Ισραήλ: ένα δοκίμιο πάνω στην οπτική της ελληνικής κοινωνίας

  

Σκέψεις για τη γενοκτονία, τον αντισημιτισμό και το κόστος του «είσαι μαζί μας ή εναντίον μας»

Μια γέφυρα που ενώνει δύο βουνά συμβολίζοντας τη γεφύρωση κοινωνικών ορίων και την ενσυναίσθηση.


Εισαγωγή

Όοο ήμουν μικρή είχα ακούσει για το δράμα του παλαιστινιακού λαού και χαρακτηριστικά θυμάμαι έναν συμφοιτητή μου στην Πάντειο που μάθαινε αραβικά και ήταν υπέρ της απελευθέρωσης της Παλαιστίνης, αλλά δεν ήξερα ιστορικές λεπτομέρειες. Ίσως επειδή δεν είχα φίλους Εβραίους ή Παλαιστίνιους, δεν είχα προσωπικό διακύβευμα, αυτό που λένε «skin in the game». Το παλαιστινιακό ζήτημα ήταν στο μυαλό μου κάτι σαν το Κυπριακό: κάτι που καταλάβαινα λίγο, αλλά ήξερα ότι ήταν θέμα με έντονα συναισθήματα, γιατί υπήρχαν θύτες και θύματα, ένας κατακτητής λαός και ένας υποδουλωμένος.

Στη ζωή μου αυτό το ζήτημα ήρθε πολύ αργά. Στις 8 Οκτωβρίου 2023 ήμουν σε ένα γκρουπ υποστήριξης στην Αγγλία για παθολογικές σχέσεις, και ένα μέλος του γκρουπ είχε οικογένεια στο Ισραήλ. Μοιράστηκε μαζί μας βίντεο από τα ανίψια της που βρίσκονταν σε καταφύγια και έκλαιγαν, και μας ζήτησε να καταδικάσουμε την επίθεση της προηγούμενης μέρας στο φεστιβάλ Nova. Μετά τη συνάντηση, άλλο μέλος του γκρουπ, καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης με φοιτητές από την Παλαιστίνη, επικοινώνησε ιδιωτικά μαζί της ζητώντας της να αναγνωρίσει τη γενοκτονία στη Γάζα.

Τα πράγματα γρήγορα εκτροχιάστηκαν. Η συντονίστρια του γκρουπ δεν μπορούσε να επαναφέρει τις συζητήσεις στο θέμα τους, και οι δύο γυναίκες κατηγορούσαν η μία την άλλη ότι «κρατάει ίσες αποστάσεις». Στο τέλος, αφού όλοι μας βρεθήκαμε στη δύσκολη θέση να μας ζητούν να πάρουμε «ναι ή όχι» θέση πάνω στο θέμα, και τα δύο μέλη του γκρουπ αποχώρησαν, αρνούμενες κάθε περαιτέρω επαφή. Εκείνη τη μέρα έχασα δύο πολύ καλές φίλες. 


Ο όρος «γενοκτονία»

Σαφώς δεν έλαβα υπόψη μου τις απόψεις ενός γκρουπ τυχαίων ανθρώπων, εββοώ που δεν ήταν ειδικοί και που που μάλιστα περνούσαν μια διαδικασία επούλωσης τραύματος και επανατραυματίζονταν από τις ειδήσεις βίας, για να διαμορφώσω την πολιτική μου άποψη. Απλά παρατήρησα ότι στην Αγγλία οι άνθρωποι διστάζουν περισσότερο να καταδικάσουν το Ισραήλ απ' όσο στην Ελλάδα, και το απέδωσα πιθανόν στον γενικότερο δισταγμό τους, σε σχέση με εμάς τους Έλληνες, να εκφράζουν δημόσια απόλυτες απόψεις για πράγματα στα οποία δεν έχουν αυθεντία.

Αυτό που με παρακίνησε να το ψάξω περισσότερο ήταν ένα ντοκιμαντέρ του Louis Theroux για την «ανδρόσφαιρα» (manosphere). Σε αυτό παρακολουθούσε την καθημερινότητα ενός μισογύνη YouTuber, ο οποίος κάποια στιγμή εκνευρίστηκε μαζί του και, στη διάρκεια μιας ζωντανής μετάδοσης, τον ρώτησε αν παραδέχεται ότι το Ισραήλ κάνει γενοκτονία. Ο Theroux έμεινε σιωπηλός, και ο YouTuber καγχάζοντας θεώρησε ότι μόλις απέδειξε ότι ο Theroux είναι μαριονέτα των Εβραίων.

Επειδή ο Theroux δεν είναι Εβραίος, τον παρακολουθώ χρόνια, και σε όλα του τα ντοκιμαντέρ δείχνει εξαιρετική ευαισθησία, μου έκανε εντύπωση που επέλεξε να μείνει σιωπηλός. Στο μεταξύ είχα παρακολουθήσει πιο στενά τις επιχειρήσεις του Ισραήλ από το 2023 έως σήμερα, και η βαρβαρότητα ορισμένων στρατιωτικών και επιχειρησιακών αποφάσεων είναι αδιαμφισβήτητη. Δεν ήμουν σίγουρη για τα νούμερα, αλλά με μια πρόχειρη προσωπική εκτίμηση θα μπορούσα να αποκαλέσω τη μαζική απώλεια ζωής γενοκτονία.

Στιγμιότυπο από το ντοκιμαντέρ του Louis Theroux όπου συνομιλεί με εκπρόσωπο της ακροδεξιάς ανδρόσφαιρας.


Έβαλα λοιπόν τη νομική μου παιδεία σε λειτουργία και έψαξα τις διεθνείς συμβάσεις και τον ίδιο τον όρο. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1948 για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας ορίζει τη γενοκτονία ως μια σειρά πράξεων (φόνο, σοβαρή σωματική ή ψυχική βλάβη, επιβολή συνθηκών ζωής που στοχεύουν στην φυσική εξόντωση μιας ομάδας, αναγκαστική στείρωση, μεταφορά παιδιών σε άλλη ομάδα) που διαπράττονται με «πρόθεση καταστροφής, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας, ως τέτοιας». Το κρίσιμο, και νομικά δυσκολότερο, στοιχείο είναι ακριβώς αυτή η ειδική πρόθεση (dolus specialis): δεν αρκεί ένας μεγάλος αριθμός θυμάτων ή ακόμη και εγκλήματα πολέμου σε ευρεία κλίμακα· πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης επιδίωκε συγκεκριμένα την εξόντωση της ομάδας ως ομάδας, όχι απλώς τη στρατιωτική νίκη ή την εξουδετέρωση μιας απειλής. Αυτό είναι το στοιχείο που, νομικά, διαχωρίζει τη γενοκτονία από τα «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», μια κατηγορία που επίσης αφορά συστηματική, ευρεία βία εναντίον αμάχων, αλλά χωρίς την απαίτηση αυτής της εξολοθρευτικής πρόθεσης. Γι' αυτό αρκετοί νομικοί επιμένουν ότι ακόμη και πολύ μεγάλα εγκλήματα πολέμου, με τεράστιο αριθμό θυμάτων, μπορούν να μην εμπίπτουν στον νομικό όρο «γενοκτονία», αν δεν αποδειχθεί αυτή η συγκεκριμένη πρόθεση, κάτι που, στην πράξη, είναι εξαιρετικά δύσκολο να τεκμηριωθεί δικαστικά, ειδικά όσο διαρκεί ακόμη μια σύγκρουση.

Προσωπικά είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι η νομική ορολογία πρέπει να αντικατοπτρίζει το κοινωνικό αίσθημα (γι' αυτό άλλωστε βάζουμε και ενόρκους σε βαριά εγκλήματα βίας), έστω κι αν στο νομικό σύστημα αυτό δεν κάνει διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Δηλαδή είμαι υπέρ της χρήσης του όρου «γενοκτονία» στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και του όρου «γυναικοκτονία» σε άλλες περιπτώσεις. Όμως, επειδή η χρήση τέτοιων όρων «τεντώνει» τις ικανότητες απονομής δικαίου, καταλαβαίνω και τους ανθρώπους που αρνούνται να το κάνουν όχι από κακή πρόθεση, αλλά αντίθετα για να διαφυλάξουν τη λειτουργία του νόμου και να μην αφήσουν την ανεξέλεγκτη υπαγωγή περιστατικών σε αυτές τις κατηγορίες. Έχουμε ακόμη δουλειά να κάνουμε για να φτιάξουμε ένα σύστημα που μπορεί να διακρίνει σωστά τις περιπτώσεις.

Η σιωπή του Theroux απέναντι σε αυτή την πρόκληση, ανεξάρτητα από τα προσωπικά ή δημοσιογραφικά του κίνητρα εκείνη τη στιγμή, λειτούργησε ως καθρέφτης μιας ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας: της ανάγκης για προστασία απέναντι στον αντισημιτισμό. Ο αντισημιτισμός παγκοσμίως έχει οδηγήσει σε έναν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην άνοδο της ακροδεξιάς και σε εγκλήματα βίας, όπως το Ολοκαύτωμα — το οποίο πολλοί αρνούνται, αλλά έτυχε να πάω προσωπικά στο Άουσβιτς, στην Πολωνία, και τα στοιχεία είναι εκεί, ορατά. Περιέργως, ούτε αυτό έχει επισήμως χαρακτηριστεί «γενοκτονία» από κανένα διεθνές δικαστήριο εν ζωή των δραστών -ο όρος επικράτησε ιστορικά και ηθικά, αλλά καμία διεθνής σύμβαση δεν υπήρχε ακόμη το 1945 για να το κρίνει νομικά ως τέτοιο εκ των προτέρων. Ο ίδιος ο όρος «γενοκτονία» επινοήθηκε το 1944 από τον Πολωνοεβραίο νομικό Ραφαέλ Λέμκιν ακριβώς για να περιγράψει τη ναζιστική πολιτική, και επισημοποιήθηκε νομικά μόλις το 1948, με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών.

Ιστορική ασπρόμαυρη φωτογραφία από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Άουσβιτς στην Πολωνία.


Και με αυτή τη στάση αναδείχθηκε επίσης πόσο πολύ ο αντισημιτισμός, με κυρίαρχη την πίστη σε μια παγκόσμια συνωμοσία Εβραίων που μπορεί να λογοκρίνει δημοσιογράφους που έχουν αποδείξει την ανεξαρτησία τους σε πλήθος άλλων θεμάτων, συσχετίζεται με τον μισογυνισμό. Δεν έχω γνωρίσει μισογύνη που να μην πιστεύει ότι οι Εβραίοι φταίνε για όλα. Όσο πιο μισογύνης είναι κανείς, τόσο πιο πολύ φαίνεται να το πιστεύει. Αντίστροφα, έχω γνωρίσει άτομο -στο ίδιο γκρουπ που σας περιέγραψα παραπάνω- που δεν έστελνε μηνύματα από το κινητό για το θέμα, γιατί φοβόταν μήπως τα προωθήσει η ισραηλινή φίλη μας στη Μοσάντ, αλλά δεν ήταν σεξίστρια.

 Υπάρχουν λοιπόν, φαίνεται, τουλάχιστον δύο διαφορετικές κατηγορίες αντισημιτισμού: η μία που συνδέεται στενά με μια ευρύτερη μισογυνική και ακροδεξιά κοσμοθεωρία, και η άλλη, πιο μεμονωμένη και ίσως πιο αθώα στην πρόθεσή της, που λειτουργεί απλά ως ακρίτως αποδεκτή «κοινή λογική» -μια παρανοϊκή υποψία που έχει απορροφηθεί από τον πολιτισμικό αέρα χωρίς να συνδέεται με κανένα ευρύτερο σύστημα μίσους.

Μήπως, λοιπόν, στην Ελλάδα δεν φοβόμαστε να μιλήσουμε για γενοκτονία επειδή απλά δεν είμαστε αντισημίτες;


Αντισημιτισμός στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα δεν φοβόμαστε να μιλήσουμε για γενοκτονία, όχι επειδή δεν είμαστε αντισημίτες, αλλά επειδή είμαστε, και απλά δεν μας νοιάζουν οι συνέπειες. Δεν είναι απλά ότι στεκόμαστε με την πλευρά της δικαιοσύνης και της αλήθειας με κάθε κόστος -αν ήταν έτσι, θα είχαμε καταδικάσει εξίσου ξεκάθαρα και τη Χαμάς για τα δικά της εγκλήματα, και θα είχαμε πάρει θέση και για χιλιάδες άλλα παγκόσμια ζητήματα με την ίδια συναισθηματική ένταση.

Όχι, υπάρχει κάτι πιο βαθύ. Κάτι που άρχισε τη μέρα που η γιαγιά μου μου είπε: «Εμ, τι περιμένεις από τους Εβραίους, αυτοί σκότωσαν τον Χριστό!». Η θρησκευόμενη γιαγιά μου επαναλάμβανε αυτά που της είχαν πει στην εκκλησία, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αναφερόταν σε μια δίκη που έγινε το 33 μ.Χ., στη χώρα του ίδιου του ανθρώπου που δικαζόταν -ο οποίος, ως θεάνθρωπος, είχε κι ο ίδιος αυτά όλα ως μέρος του δικού Του σχεδίου.

Είναι σαν να βλέπουμε έναν άνθρωπο σήμερα και να λέμε «Αθηναίος, τι περιμένεις, αυτοί κατέστρεψαν τη Μήλο» ή «Σπαρτιάτης, τι να σου κάνουν, άφησαν και τον Λεωνίδα να πάει να πολεμήσει μόνος του». Κι αν αυτή η προσέγγιση δεν σας φαίνεται αρκετά τοξική, θυμηθείτε ότι πριν από λίγα χρόνια είχαμε στην ελληνική τηλεόραση τον Δημοσθένη Λιακόπουλο να πουλάει βιβλία για τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», ένα πλαστό κείμενο που κατασκευάστηκε από τη μυστική αστυνομία του Τσάρου στις αρχές του 20ού αιώνα, αποδεδειγμένα ψεύτικο εδώ και πάνω από εκατό χρόνια, και που έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά ως πρόσχημα για πογκρόμ και, τελικά, για το Ολοκαύτωμα. Κι όμως, ο αρχηγός ενός ελληνικού κόμματος που εκλεγόταν στη Βουλή δεν δίστασε δημόσια να δηλώσει ότι αυτά τα Πρωτόκολλα είναι αυθεντικά.

Ο Δημοσθένη Λιακόπουλος σε τηλεοπτική εκπομπή παρουσιάζει Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών.


Αυτό είναι ένα κείμενο που, παρά την πλήρη και τεκμηριωμένη απόδειξη της πλαστότητάς του, συνεχίζει να θέτει τις βάσεις για σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας. Για παράδειγμα, σε ένα σχόλιο που είδα πρόσφατα κάτω από ένα δικό μου άρθρο για το DARVO, κάποιος υποστήριζε ότι η Μόνικα Λεβίνσκι ήταν στην πραγματικότητα «φυτευτή παγίδα» του Ισραήλ για να εκβιάσει τον Κλίντον [δείτε το άρθρο εδώ]. Παρόμοιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε πολλά αντίστοιχα σκάνδαλα διεθνώς — κάθε φορά που μια γυναίκα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ερωτικής ή πολιτικής σχέσης με έναν ισχυρό άνδρα, υπάρχει σχεδόν πάντα κάποιος έτοιμος να την παρουσιάσει ως «πράκτορα» μιας εβραϊκής υπηρεσίας πληροφοριών, χωρίς ποτέ καμία τεκμηρίωση.

Ταυτόχρονα, η εκδίωξη των Εβραίων από την Ελλάδα και η μεταφορά τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σπάνια συζητιούνται στον δημόσιο διάλογο όσο θα έπρεπε, δεδομένου του μεγέθους της καταστροφής. Η Θεσσαλονίκη φιλοξενούσε πριν τον πόλεμο τη μεγαλύτερη σεφαραδίτικη εβραϊκή κοινότητα της Ευρώπης, περίπου 50.000 ανθρώπους. Ανάμεσα στον Μάρτιο και τον Αύγουστο του 1943, οι Γερμανοί απέλασαν πάνω από 45.000 από αυτούς στο Άουσβιτς-Μπίρκενάου, όπου οι περισσότεροι δολοφονήθηκαν αμέσως μετά την άφιξή τους. Σε σύνολο 72.000–77.000 Εβραίων που ζούσαν στην Ελλάδα πριν τον πόλεμο, μεταξύ 82% και 92% δολοφονήθηκαν — ένα από τα υψηλότερα ποσοστά απώλειας σε όλη την Ευρώπη. Πριγκιπικές εξαιρέσεις υπήρξαν, όπως η Ζάκυνθος, όπου ο δήμαρχος και ο μητροπολίτης αρνήθηκαν να παραδώσουν κατάλογο με τα ονόματα των 275 Εβραίων του νησιού, και όλοι επέζησαν. Αλλά η εξαίρεση αυτή υπογραμμίζει ακριβώς πόσο σπάνια ήταν, σε σχέση με την έκταση της καταστροφής αλλού.

Αυτή η βαθιά ριζωμένη συνωμοσιολογική νοοτροπία ήταν το έτοιμο ψυχολογικό υπόστρωμα που εκμεταλλεύτηκε η ακροδεξιά κατά την οικονομική κρίση. Όταν το σύστημα κατέρρεε, ήταν πολύ πιο εύκολο για τον μέσο πολίτη να πιστέψει σε «σκοτεινά παγκόσμια κέντρα εξουσίας» παρά να αναλύσει τα δομικά προβλήματα της χώρας. Ο αντισημιτισμός έγινε ξανά ο βολικός αποδιοπομπαίος τράγος, τροφοδοτώντας έναν διχασμό που πλήγωσε βαθιά τους θεσμούς μας.

Ναι, είμαστε αντισημίτες, και ναι, το πληρώσαμε ακριβά. Ακόμα το πληρώνουμε.


Δηλαδή τι εννοείς, Κίρα, είσαι με τους Εβραίους;

Ομολογώ ότι δίσταζα να δημοσιεύσω αυτό το κείμενο. Ακόμη και χωρίς να έχω γράψει δημόσια για τον αντισημιτισμό στην Ελλάδα, λαμβάνω συχνά σε προσωπικά μηνύματα βίντεο και αναλύσεις από γνωστούς και φίλους. Επιχειρήματα που θέλουν να καταδείξουν πώς η πολιτική του κράτους του Ισραήλ βλάπτει τα ελληνικά συμφέροντα και προσβάλλει τη συλλογική μας ηθική, είτε μέσα από τη μαζική αγορά ακινήτων και την οικιστική πίεση, είτε μέσα από τη διοργάνωση «θεραπευτικών retreats» αποκατάστασης στρατιωτών.

Δεν ισχυρίζομαι ότι γνωρίζω το ακριβές γεωπολιτικό και οικονομικό παρασκήνιο, ούτε πώς συγκρούονται ή συμπίπτουν τα κρατικά συμφέροντα. Αλλά αυτή ακριβώς η καθημερινή ανάγκη των ανθρώπων γύρω μου να μου αποδείξουν «γιατί πρέπει να πάρω θέση» ανέδειξε τον πυρήνα του προβλήματος.

Στην κοινωνική ψυχολογία, η θεωρία του «εμείς εναντίον αυτών» (us vs. them) αναφέρεται στην ψυχολογική τάση να χωρίζουμε τον κοινωνικό κόσμο σε εντός-ομάδες («εμείς») και εκτός-ομάδες («αυτοί»). Είναι αυτό που λέμε «αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι εναντίον μας». 

Λειτουργεί αρκετά καλά στα πρώτα χρόνια της ζωής, για τη διαμόρφωση της ταυτότητας ενός παιδιού, αλλά αν μεταφέρουμε αυτή τη νοοτροπία αυτούσια στην ενήλικη ζωή, καταλήγουμε να φτιάχνουμε στρατόπεδα: Αριστεροί εναντίον Δεξιών, χορτοφάγοι εναντίον κρεατοφάγων, σκύλοι εναντίον γατών, θηλασμός εναντίον μπιμπερόν, σοκολάτα εναντίον βανίλιας.

Προφανώς, η τοποθέτηση σε κάποια ζητήματα (όπως η φυλή ή η μετανάστευση) μπορεί να έχει πολύ πιο σοβαρές συνέπειες από άλλα (όπως σοκολάτα ή βανίλια).

Η γη χωρισμένη στα δύο με ένα ρήγμα χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο ομάδες


Ποια είναι, λοιπόν, η εναλλακτική; Η ψυχολόγος Τζοάν Λίντχολμ προτείνει την έννοια του «boundary spanning» - έναν όρο που περιγράφει αρχικά μέλη οργανισμών που κατάφεραν να συνδέσουν εσωτερικά δίκτυα με εξωτερικές πηγές πληροφορίας. Όποιος βρίσκεται ανάμεσα σε ξεχωριστούς κοινωνικούς κόσμους, όπως οι μετανάστες, οι εργαζόμενοι σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, τα παιδιά μεικτής καταγωγής, οι ομοφυλόφιλοι στρατιωτικοί, τα μέλη της τρανς κοινότητας, είναι, εξ ορισμού, ένας «γεφυροποιός ορίων» (boundary spanner), με μια μοναδική εμπειρία από την οποία μπορεί να χτίσει κατανόηση και ενσυναίσθηση.

Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, όμως, δυσκολεύομαι να μην πιστέψω ότι ο καθένας μπορεί να βρει μέσα του την ικανότητα να γίνει boundary spanner.

Η ίδια η Λίντχολμ ζήτησε κάποτε από τους προπτυχιακούς της φοιτητές να γράψουν ανώνυμα σημειώματα για την πρώτη φορά που αισθάνθηκαν διαφορετικοί. Διάβαζε δυνατά στην τάξη τις πολυάριθμες απαντήσεις - σκληρά σχόλια για το σωματικό βάρος, την αναπηρία, τη φυλή, τα ορατά σημάδια φτώχειας, την υιοθεσία, την ηλικία των γονιών κάποιου. Η άσκηση επέτρεψε σε ολόκληρη την τάξη να αγγίξει το δικό της συναίσθημα «αποξένωσης», χτίζοντας έτσι ενσυναίσθηση και κατανόηση πέρα από τα συνηθισμένα όρια.

Για να προκαλέσει ακόμη βαθύτερο προβληματισμό, η Λίντχολμ ανέθετε στους φοιτητές της να βρεθούν σε μια κατάσταση όπου θα ξεχώριζαν, επειδή θα έμοιαζαν διαφορετικοί από όλους τους άλλους: ένας νέος άντρας θα παρακολουθούσε ένα μάθημα spinning αποκλειστικά για γυναίκες· ένας λευκός φοιτητής θα επισκεπτόταν μια εκκλησία Βαπτιστών με κατά κύριο λόγο εκκλησίασμα από μαύρους· ένας φοιτητής θα δανειζόταν το αναπηρικό καροτσάκι ενός φίλου του. Πέρα από τη μικρή γεύση που έδινε στους φοιτητές για το πώς είναι να είσαι ο ένας ανάμεσα σε πολλούς, η άσκηση αύξανε την ευαισθησία τους απέναντι στην προσεκτική αυτοπαρακολούθηση και τη δυσφορία που βιώνουν καθημερινά οι άνθρωποι με περιθωριοποιημένες ταυτότητες, καθώς προσπαθούν να γεφυρώσουν εμπειρίες, γλώσσες και παραδόσεις. Αυτός ο χορός δεν είναι πάντα ομαλός, άνετος, ή έστω ασφαλής.

Αντί να αναγκάζονται να αρνούνται ή να υποβαθμίζουν τις διαφορές τους, όσοι αισθάνονται την έλξη πολλαπλών πολιτισμών θα έπρεπε να ενθαρρύνονται να εκμεταλλευτούν τις μοναδικές επικοινωνιακές τους ικανότητες, γινόμενοι δίαυλος προς ομάδες που συνήθως δεν έχουν ίσο χρόνο σε χώρους που διαμορφώνουν το μέλλον μας. Αυτοί οι ρόλοι απαιτούν ταπεινότητα, ενσυναίσθηση και επινοητικότητα. Οι πολιτισμικές προκλήσεις και ευαισθησίες που αντιμετωπίζουν οι «γεφυροποιοί ορίων» είναι ακριβώς οι δεξιότητες που απαιτούνται από ειρηνοποιούς, εκπαιδευτικούς και ηγέτες.



Τελικές σκέψεις

Έχω φτάσει πλέον στο σημείο να αναζητώ στον άλλον την άποψη που είναι αντίθετη στην κυρίαρχη κουλτούρα του. Όταν γνωρίζω έναν Έλληνα που μου μιλάει με πάθος για τα δικαιώματα της Παλαιστίνης, αναγνωρίζω μια ισχυρή εκδήλωση -μία από τις πολλές δυνατές εκδοχές- της ενσυναίσθησής του, η οποία τον κάνει να ταυτίζεται με τα θύματα σε άλλες κοινωνίες. Αλλά σκέφτομαι, για αυτόν συγκεκριμένα, ότι πιθανόν έχει εγκλωβιστεί στην άνεση της δικής μας κυρίαρχης αφήγησης, έχοντας αποκλείσει τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς. Δεν εννοώ ότι οι ακτιβιστές που πηγαίνουν στη Γάζα δεν έχουν ψάξει την αντίθετη πλευρά -αυτοί μάλλον έχουν ασχοληθεί πολύ περισσότερο από όλους μας. Μιλάω στατιστικά, για τον μέσο όρο.

Με τον ίδιο τρόπο, όταν γνωρίζω έναν Δυτικό που διστάζει να πει ότι το Ισραήλ διαπράττει εγκλήματα στην Παλαιστίνη, αναγνωρίζω μια εξίσου ισχυρή εκδήλωση -μία από τις πολλές δυνατές εκδοχές- της ενσυναίσθησής του, που τον κάνει να μη θέλει να δημιουργήσει νέα θύματα στην κοινωνία στην οποία ζει. Αλλά σκέφτομαι, πάλι, ότι πιθανόν βρίσκεται υπό την πίεση της δικής του κυρίαρχης κουλτούρας, η οποία του απαγορεύει να δει το βάθος της καταστροφής. Και πάλι, μιλάω στατιστικά, για το πώς το περιβάλλον διαμορφώνει τον μέσο όρο.

Κάποιοι ίσως θεωρήσουν αυτή τη στάση ως πολιτική ατολμία ή «ίσες αποστάσεις». Στην πραγματικότητα, είναι το ακριβώς αντίθετο. Σε μια εποχή που η δημόσια σφαίρα απαιτεί να γίνεις οπαδός, να υιοθετήσεις τυφλά μια κυρίαρχη αφήγηση και να εκφέρεις απόλυτη γνώμη για ένα πεδίο που δεν σου ανήκει, η άρνηση να εργαλειοποιήσεις τον πόνο είναι επιστημονική και ηθική ακεραιότητα. 

Όσον αφορά εμένα, με δυο λόγια: έχω πλήρη ανθρωπιστική εικόνα και πιστεύω όποιος διαπράττει εγκλήματα πρέπει να τιμωρείται. Δεν έχω πλήρη πολιτική εικόνα. Και έχω απόλυτα ξεκάθαρη εικόνα για το τι συμβαίνει μέσα μου: αγαπώ ακόμη και τις δύο φίλες που έχασα.


-------

Πηγή για το «boundary spanning»: Psychology Today — A Plea for Boundary Spanning


Αν βρήκατε αυτό το άρθρο ενδιαφέρον, τόρε ίσως να θέλετε να διαβάσετε και το ηλεκτρονικό βιβλίο μου 

Τα Παράδοξα της Ελληνικής Ταυτότητας 


«Βλέπω Ναρκισσιστές Παντού»: Γιατί κάθε σχέση που τελειώνει δεν είναι κλινική παθολογία

Εισαγωγή Μια φίλη μου είπε πρόσφατα κάτι που μου έμεινε: «Από τότε που έμαθα τι είναι ναρκισσισμός, τον βλέπω παντού». Το είπε μισοαστεία, α...